Ντεπόν

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η Σούλα και η Αγαθή, με διαφορά μισής ώρας, έκλεισαν το τηλέφωνο και σωριάστηκαν σε μια καρέκλα, σχεδόν λιπόθυμες. Νωρίτερα την ίδια μέρα η φίλη τους η Μερόπη τους τηλεφώνησε ανάστατη, λέγοντας κάτι ασυναρτησίες, ότι την είχαν ματιάσει, ότι είχε ένα τρομερό πονοκέφαλο και δεν ήξερε τι να κάνει. Οι δύο ηλικιωμένες, παλιές φιλενάδες από το δημοτικό, ήταν ειδικές στο ξεμάτιασμα. Σ’ όλη την Καλλιθέα είχαν τη φήμη ότι τα ξόρκια τους έπιαναν. Εδώ που τα λέμε, τις περισσότερες φορές επενέβαιναν τη στιγμή ακριβώς που ξεκινούσε η δράση του Ντεπόν. Όπως και να ‘χει, η Μερόπη τις εμπιστευόταν απόλυτα, γι’ αυτό και τις σκέφτηκε αυτή τη δύσκολη ώρα. Για πρώτη φορά στη ζωή τους όμως, η Σούλα και η Αγαθή απέτυχαν στην προσπάθειά τους. Μάλιστα, το εν λόγω εγχείρημα, τις εξάντλησε τόσο πολύ που αδυνατούσαν να κουνηθούν ή να αρθρώσουν λέξη.

Η Μερόπη ήταν μια παραδοσιακή γιαγιά. Από τότε που πέθανε ο άντρας της, ο Υάκινθος, ζούσε μόνη της σ’ ένα διαμέρισμα, πολύ κοντά στο σπίτι της κόρης της. Μαγείρευε τα γεμιστά της, έφτιαχνε τις πίτες της, κακομάθαινε τον εγγονό της και τουλάχιστον μια φορά το μήνα κανόνιζε με τις φιλενάδες της βραδιές μπιρίμπας. Ήταν όμως και προοδευτική γιαγιά. Εδώ και λίγα χρόνια είχε εξοικειωθεί κάπως με τον παλιό ηλεκτρονικό υπολογιστή που της είχε δώσει ο εγγονός της, ήξερε να βρίσκει συνταγές στο Ίντερνετ και να μιλάει στο Σκάιπ με την ξαδέρφη της τη Βούλα από το Ιλλινόι. Τα μοναχικά βράδια στο σπίτι, όταν την έπιανε η νοσταλγία, άκουγε τραγούδια των Πλάτερς, που της θύμιζαν πάρτι στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα. Ήταν η μόνη από τις φίλες της που ήταν τόσο «μοντέρνα», αλλά δεν έκανε κουβέντα μπροστά τους γι’ αυτές τις απολαύσεις στις οποίες υπέκυπτε συχνά πυκνά. Δεν ήταν πρέπον για μια θεοσεβούμενη χήρα.

Η ζωή κυλούσε ήρεμα στη γειτονιά μέχρι τη μέρα που η Μερόπη βρήκε τρίχες και νύχια έξω από την πόρτα της. Μια μικρή μπάλα από πλεγμένες μαύρες τρίχες, ανάμεσα στις οποίες ήταν χωμένα κομματάκια νυχιών. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, πήρε σκούπα και φαράσι και πέταξε το αηδιαστικό πράγμα στα σκουπίδια. Σκόπευε να μιλήσει στην από πάνω που είχε το σκύλο. Αυτό το ζωντανό έφερνε συχνά στο σπίτι τέτοια περίεργα πράγματα. Δυο λεπτά αργότερα, όμως, την έπιασε ένας τρομερός πονοκέφαλος. Ξάπλωσε λιγάκι, έβαλε μια κρύα κομπρέσα στο μέτωπο, πήρε παυσίπονο, αλλά μια μέγκενη συνέχιζε να την πιέζει στους κροτάφους μέχρι το βράδυ.

Το επόμενο πρωί δεν είχε αλλάξει τίποτα, ούτε το μεθεπόμενο κι έτσι –αφού μεσολάβησε και το αποτυχημένο ξεμάτιασμα– πέρασαν τρεις ημέρες κατά τις οποίες η Μερόπη κυκλοφορούσε με μαύρα γυαλιά και καθόταν σπίτι με κατεβασμένα τα στόρια σε κατάσταση ημιθανή. Παρ’ όλη την αδιαθεσία της όμως, την Κυριακή πήγε στην εκκλησία. Καθώς κατέβαινε τις σκάλες για να γυρίσει σπίτι της, ένα χέρι την έπιασε από τον ώμο και της έτεινε ένα μικρό τετράγωνο χαρτάκι. Δεν είχε κουράγιο ούτε να αρνηθεί κι έτσι το πήρε δίχως κουβέντα από τα χέρια του Αφρικανού νεαρού, ο οποίος της χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο κι εξαφανίστηκε στην επόμενη γωνία. Πριν το βάλει στην τσέπη, διάβασε κάτι που την τάραξε. Δύο λέξεις ήρθαν και καρφώθηκαν στο μυαλό της και την έκαναν να ταχύνει το βήμα προς το σπίτι: όκουλους μάλους.

Το μεσημέρι, αφού τσίμπησε κάτι ελαφρύ, ξάπλωσε στον καναπέ, έβγαλε το χαρτάκι από την τσέπη και διάβασε: πνευματιστής, μέντιουμ, σύμβουλος. Κάπου, σε μια άκρη του μυαλού της, αναρωτήθηκε τι κάνει, αλλά συνέχισε. Ο πνευματιστής Ζομόι υποσχόταν προστασία από εχθρούς, διαμόρφωση του μέλλοντος, κατασκευή φυλαχτών, μαγνητισμό προσωπικότητας και όλα αυτά με μία μόνο επίσκεψη. Στην πίσω μεριά υπήρχε ένα περίτεχνο σχέδιο που παρίστανε κάτι σαν πετράδι περιτριγυρισμένο από μικρά ιερογλυφικά. Αν το κοίταζες από μακριά, σχημάτιζε ένα πρόσωπο. Είχε δύο κανονικά μάτια κι ένα τρίτο, στο μέτωπο. Σε μια γωνιά βρήκε αυτό που την ενδιέφερε: Σας έχουν κάνει μάγια; Έχω τη λύση.

Ο πνευματιστής είχε τηλέφωνο και ηλεκτρονική διεύθυνση. Αποφάσισε να ερευνήσει λιγάκι το θέμα και πήγε στον υπολογιστή. Πληκτρολόγησε αργά το όνομα του μάγου. Δεδομένης της απειρίας της, μπέρδευε πολύ συχνά τα γράμματα στο πληκτρολόγιο, οπότε –αν συνυπολογίσουμε και την ταραχή της– χρειάστηκαν δύο με τρεις προσπάθειες μέχρι να εμφανίσει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στην αρχή ένα λάθος γράμμα την οδήγησε σε σελίδες που προετοίμαζαν για την αποκάλυψη των ζόμπι. Παρείχαν συμβουλές για την αντιμετώπιση των –αιμοδιψών– ζωντανών νεκρών και παρουσίαζαν σε εικόνες την μετατροπή απλών οικιακών συσκευών σε όπλα εναντίον τους. Τις έκλεισε γρήγορα και αυτή τη φορά έγραψε σωστά το όνομα: Ζομ–ό–ι.

Ένα και μοναδικό ήταν το αποτέλεσμα. Σε μαύρο φόντο δέσποζε με κόκκινα γράμματα μία φράση: Αν είσαι σίγουρος, τηλεφώνησε. Κι από κάτω ο αριθμός τηλεφώνου που υπήρχε και στο χαρτάκι. Της Μερόπης δεν της γέμισε το μάτι η σελίδα, ένα σφίξιμο όμως στους κροτάφους την έκανε να αλλάξει γρήγορα γνώμη. Σήκωσε το ακουστικό και πήρε τον αριθμό. Δεν είχε προλάβει να χτυπήσει, όταν μια φωνή με βαριά ξενική προφορά απάντησε.

«… 270, τρίτος όροφος. Το σύνθημα είναι Σελίμ»

Η ώρα ήταν τέσσερις το απόγευμα. Ντύθηκε βιαστικά, έβαλε την καμπαρντίνα και τα μαύρα γυαλιά της σε μια πλαστική σακούλα και μόλις έστριψε τη γωνία τα φόρεσε, για να μην κινήσει υποψίες. Το λεωφορείο δεν άργησε να περάσει. Το κέντρο εκείνη την ώρα δεν είχε πολλή κίνηση.

Δυσκολεύτηκε λιγάκι να εντοπίσει το μέρος. Την είσοδο του 270 έκρυβαν δύο πλανόδιοι πωλητές μπαχαρικών. Χώθηκε αδέξια ανάμεσα στους πάγκους, παραμέρισε τις κρεμασμένες κόκκινες πιπεριές και τα αποξηραμένα κολοκυθάκια, βούτηξε κατά λάθος το χέρι της στο τσουβάλι με το κόκκινο πιπέρι, συνάντησε το άγριο βλέμμα του πωλητή, φταρνίστηκε από την έντονη μυρωδιά του κάρυ, αλλά τελικά κατάφερε να τρυπώσει. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Πήρε το ασανσέρ μέχρι τον τρίτο και χτύπησε το κουδούνι της μοναδικής πόρτας. Δεν απάντησε κανείς. Ξαναχτύπησε λέγοντας παράλληλα: Σελίμ. Ένα χέρι την τράβηξε μέσα.

Όταν βγήκε από το κτήριο είχε ήδη σκοτεινιάσει. Σκυθρωπή, μαζεμένη και λιγάκι μουδιασμένη, προχωρούσε τοίχο τοίχο σφίγγοντας την τσάντα της. Οι πλανόδιοι είχαν εξαφανιστεί, στη γωνία του δρόμου νεαρές κοπέλες με ανύπαρκτα φορέματα και βαριά φωνή ανταποκρίνονταν στα σφυρίγματα διερχόμενων αυτοκινήτων και σκοτεινά βλέμματα την παρατηρούσαν μέσα από μισάνοιχτα παράθυρα. Η Μερόπη ίδρωσε. Σταμάτησε ένα ταξί.

«…Καλλιθέα», ψέλλισε και κάθισε στο πίσω κάθισμα. «…Αλλά θα περιμένετε λιγάκι κάτω από το σπίτι, γιατί δεν έχω λεφτά, εντάξει;»

Ο ταξιτζής τη λυπήθηκε και συγκατένευσε.

Είκοσι λεπτά αργότερα, η Μερόπη βρισκόταν στον καναπέ της. Κοιτούσε το κενό. Σκεφτόταν τα τριακόσια ευρώ που της είχε βουτήξει ο Ζομόι, που τον έλεγαν τελικά Βάτελ ή Πάτελ ή Θανάση και βρωμούσε ιδρώτα και τηγανιτές πατάτες. Της είπε ένα σωρό πράγματα –δεν θυμόταν τίποτα– πέρασε τα χέρια του πάνω από το κεφάλι της μουρμουρίζοντας μαααμ ρα, μααααμ ρα και της έδωσε ένα φυλαχτό, το οποίο ήταν, λέει, φορτισμένο μέχρι τις 6 του επόμενου μήνα. Φυλαχτό με ημερομηνία λήξης. Ο πονοκέφαλος ήταν ακόμη εκεί.

Σηκώθηκε –τα πόδια της βαριά– και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Καθώς έβαζε ένα ποτήρι νερό, το μάτι της πήρε ένα πακετάκι στον πάγκο κι ένα σημείωμα. Ήταν από την Ελένη, την κόρη της.

«Μαμά, δεν σου είπα να ελέγχεις τα φάρμακά σου; Το Ντεπόν είχε λήξει εδώ και ένα χρόνο. Σου πήρα καινούργιο».

Advertisements

Σάλπιγγα για τον Κέντρο

5540339302_3ed398dff5_z

 Όταν, στις αρχές εκείνου του Απρίλη, άκουσα να μιλούν για τον Θανάση Κέντρο, δεν φανταζόμουν ότι, ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, η μορφή του θα με στοίχειωνε. Δεν γνώριζα τίποτα γι’ αυτόν, μέχρι που ο εκδότης της εφημερίδας μου ανέθεσε να τον βρω και να του μιλήσω. Αργότερα κατάλαβα πως επρόκειτο για κάποιου είδους δοκιμασία, την οποία αν κατάφερνα να φέρω σε πέρας, θα εξασφάλιζα το μέλλον μου στη Σάλπιγγα. Δεν ήμουν τόσο αφελής, ώστε να περιμένω παχυλές αμοιβές, αλλά ήλπιζα τουλάχιστον στην ψευδαίσθηση του κύρους ενός έγκριτου δημοσιογράφου, σαν όλους εκείνους που ξημεροβραδιάζονταν στα γραφεία των εκδόσεων. Οι άντρες με την καμπαρντίνα, που κάθε βράδυ στις επτά έβγαιναν από το κτήριο της οδού Ακαδημίας, φάνταζαν στα μάτια μου θεοί. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για αποστεωμένες υπάρξεις, με ωχρά πρόσωπα, καμπουριασμένη πλάτη και μάτια σαν κουμπότρυπες. Ας αφήσω όμως αυτούς κατά μέρος, γιατί εκείνο τον Απρίλη το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να εντοπίσω τα ίχνη εκείνου του άντρα.

Ο Θανάσης Κέντρος –γύρω στα πενήντα πέντε τον υπολόγιζα– ήταν ένας από τους πολλούς εκείνους δικηγόρους που ανακάλυψαν ότι η δουλειά τους ήταν μια απάτη και αφοσιώθηκαν στη λογοτεχνία. Καλά μέχρι εδώ, μόνο που ο εν λόγω λογοτέχνης ήταν –όπως φαινόταν– παντελώς ατάλαντος. Αφού εξέδωσε το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Αυτεπαγγέλτως», το οποίο ήταν μια πλήρης συγγραφική αποτυχία με άρωμα δημοσίου δικαίου, είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης και το μόνο που έκανε ήταν να στέλνει κάθε μήνα στην εφημερίδα μακροσκελή υβριστικά γράμματα. Θεωρούσε πως η κριτική της Σάλπιγγας είχε στείλει το πόνημά του στα Τάρταρα και απειλούσε θεούς και δαίμονες κριτικάροντας χωρίς όρια όλους τους αρθρογράφους ανεξαιρέτως. Η αποκήρυξη της δικηγορίας –ευτυχώς– δεν τον άφηνε να πέσει στην παγίδα της αυτο–ειρωνείας και να μας κάνει μήνυση. Ο εκδότης, κλασική περίπτωση υπερφίαλου αρσενικού με πατημένα τα εξήντα, πίστευε ότι ο Κέντρος ήταν απλώς ένας ηλίθιος και είχε σκοπό να τον γελοιοποιήσει, δημοσιεύοντας τη συνέντευξη που θα του έπαιρνα. Ήταν σίγουρος πως ο περίεργος πρώην δικηγόρος θα γινόταν γραφικός και θα ντροπιαζόταν μοναχός του.

Αν και λιγάκι σκεπτικός στην αρχή, συνέχισα με ενθουσιασμό την έρευνά μου. Τα βράδια που ξάπλωνα ονειρευόμουν τίτλους με μαύρα παχιά γράμματα να χορεύουν μπροστά στα μάτια μου. «Ευρέθη και μιλάει για όλα» ή «Βήμα για όλους η Σάλπιγγα». Κι από κάτω το όνομά μου. Και μετά η δόξα και οι συνεντεύξεις. Και μετά να με ζητούν όλα τα έντυπα, αλλά εγώ –βράχος ηθικής– να μένω στη Σάλπιγγα, «…γιατί εγώ την οικογένειά μου δεν την εγκαταλείπω» και τέτοιες μπούρδες. Φαντασιωνόμουν ακόμη και βραδιές οργανωμένες προς τιμήν μου, βραβεία και επαίνους για την ενδελεχή έρευνα και τη συγγραφική μου δεινότητα, τους παλιούς μου καθηγητές να μου σφίγγουν το χέρι και να δακρύζουν αντικρίζοντάς με. «Μπράβο σου, παιδί μου, πάντα το ήξερα ότι θα πας μπροστά», θα μου έλεγε ο πατέρας μου μεταξύ τυρού και αχλαδιού κι εγώ ο μετριόφρων θα προσπαθούσα να κρύψω το πλατύ αυτάρεσκο χαμόγελό μου.

Έτρεξα λοιπόν στο παλαιοβιβλιοπωλείο του φίλου μου του Ανδρέα, σε μια πάροδο της Στουρνάρη, έδωσα πέντε ευρώ και πήρα όλα τα βιβλία –τρία ήταν όλα κι όλα– του Θανάση Κέντρου. Ήθελα να σχηματίσω μια προσωπική άποψη για το θέμα και να ανακαλύψω όσα περισσότερα μπορούσα για την προσωπικότητά του. (Ψέμματα. Ήθελα απλώς να γελάσω κι εγώ και να χλευάσω με τη σειρά μου τον ατάλαντο δικηγοράκο). Η ανάγνωσή τους μου φάνηκε άθλος. Του έδωσα και τίτλο: «Ο δημοσιογραφίσκος και η Λερναία Βαρεμάρα». Πηδούσα γραμμές στην αρχή, παραγράφους στη συνέχεια, μετά σελίδες ολόκληρες. Έφτασα να τον λυπάμαι, σαν εκείνους τους γέρους που δεν ξέρουν τι τους γίνεται και το παίζουν νέοι στις γιορτές και τις οικογενειακές συγκεντρώσεις και πετάνε αμερικάνικες ατάκες από την τηλεόραση και όλοι γύρω τρέχουν να κρυφτούν, ενώ αυτοί πλέουν σε πελάγη ευτυχίας. Ω Θεέ μου, είχαν δίκιο, απόλυτο δίκιο.

Ένα απόγευμα κάθισα και έγραψα μια σειρά από ερωτήσεις για τη συνέντευξη. Τι αναζητάτε στη γραφή; Ποιος συγγραφέας σας εμπνέει; Πότε καταλάβατε ότι δεν σας ταιριάζουν τα νομικά; Γιατί μας πρήζετε κάθε μήνα με τα γράμματά σας, ενώ ξέρετε ότι είστε άχρηστος; Το επόμενο βήμα ήταν να επικοινωνήσω μαζί του. Τηλεφώνησα αρχικά στον πρώτο εκδοτικό οίκο που εξέδωσε βιβλίο του. Δεν ήξεραν τίποτα. Ο δεύτερος μου απάντησε ότι οι σχέσεις τους είχαν διακοπεί δια παντός (τι περίεργο) και ο τρίτος με τα χίλια ζόρια μου άφησε έναν αριθμό, ο οποίος –όπως χαρακτηριστικά μου είπε η γραμματέας μασώντας τσίχλα– «πρέπει να ήταν της πρώην γυναίκας του, αλλά δοκιμάστε». Δοκίμασα.

Ο Κέντρος έσπερνε στο διάβα του μίσος και παρεξηγήσεις. Με την κυρά Ανθή μόνο φίλοι που δεν γίναμε. Στο πρώτο τηλεφώνημα μου είπε όλη την ιστορία της με το «γουρούνι τον Θανάση» που δεν ενδιαφερόταν για κανέναν παρά μόνο για τον ίδιο του τον εαυτό. «Εδώ πήγε κι έβγαλε τα προσωπικά μας στο βιβλίο του, φαντάσου! Στη γειτονιά ακόμα ντρέπομαι να περπατήσω, μένω στο Παγκράτι και για ψώνια πάω στην Καισαριανή!», μου έλεγε την ώρα που εγώ την είχα βάλει σε ανοιχτή ακρόαση και κρατούσα το στόμα και τη μύτη μου για να μη σκάσω στα γέλια. Κράτησα βέβαια και τις απαραίτητες σημειώσεις. «Στο σπίτι στη Σαρωνίδα θα είναι ο άχρηστος», μου είπε τελικά.

Πήρα ένα μικρό σακ βουαγιάζ, πέταξα μέσα δυο–τρεις αλλαξιές και μπήκα στο αμάξι. Στην τσάντα της πλάτης έβαλα φωτογραφική μηχανή με τηλεφακό, κιάλια με νυχτερινή όραση, μαγνητοφωνάκι και σημειωματάριο. Με το που έφτασα, νοίκιασα δωμάτιο στο ξενοδοχείο απέναντι από το σπίτι του. Η τύχη ήταν με το μέρος μου. Το παράθυρό μου έβλεπε ακριβώς το δικό του και τα ανοιχτά παντζούρια μαρτυρούσαν ότι κάποιος ζούσε εκεί μέσα. Δεν είχα παρά να περιμένω. Στο μυαλό μου ήδη είχα κάνει την αρχή του ρεπορτάζ, ήταν αρκούντως υποτιμητικό και ειρωνικό και με γέμιζε υπερηφάνεια. Εγκαταστάθηκα στο μικρό μπαλκονάκι και κάρφωσα το βλέμμα μου απέναντι.

Μια λευκή μακριά κουρτίνα ξεμύτιζε πού και πού από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα του Κέντρου. Γύρω στις οκτώ το βράδυ –είχε ήδη σκοτεινιάσει– διέκρινα μια μορφή. Ένας άντρας καμπουριασμένος, αδύνατος, με μαλλιά μέχρι τον ώμο, ατημέλητα, σαν βρώμικου γατιού. Προχωρούσε αργά, κάτι τον δυσκόλευε στο πόδι. Μα, ήταν δυνατόν να είναι αυτός ο Κέντρος; Τόσο έξω είχα πέσει; Αυτός φαινόταν πάνω από εξήντα πέντε. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα ποτήρι γεμάτο ως επάνω με κάτι που έμοιαζε με ουίσκι. Για λίγο χάθηκε από τα μάτια μου, για να εμφανιστεί και πάλι στο διπλανό παράθυρο. Σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα και –από τη μπλε λάμψη που πλημμύρισε το δωμάτιο– κατάλαβα πως άναψε την τηλεόραση.

«Ας γίνουμε επικίνδυνοι!». Η φράση από το παλιό καρτούν ηχούσε στα αφτιά μου χλευαστικά, την ώρα που κατέβαινα τις σκάλες με σκοπό να κατασκοπεύσω τον Κέντρο από πιο κοντά. Είχα φορέσει και μαύρα ρούχα για να μη φαίνομαι. Χώθηκα στις φυλλωσιές του κήπου του και αργά–αργά περπάτησα περιμετρικά την παλιά μονοκατοικία. Κοιτώντας γύρω, σκαρφάλωσα σ’ ένα μικρό μπαλκονάκι και κάθισα κάτω, με το πρόσωπό μου σχεδόν κολλημένο στο τζάμι της μπαλκονόπορτας.

Παρατήρησα καλύτερα τον καθισμένο άντρα. Φαινόταν ψηλός. Αν και με μικρή καμπούρα, το ύψος του πρέπει να έφτανε τα δύο μέτρα. Παρά την σχετική ζέστη, φορούσε μια βαθυκόκκινη μάλλινη ρόμπα και χνουδωτές παντόφλες. Η οθόνη αντιφέγγιζε στα γαλανά, ξεθωριασμένα μάτια του. Έδειχνε τηλεπωλήσεις. Κοσμήματα σε εξευτελιστικές τιμές, μπλέντερ που κάνουν τη ζωή πιο εύκολη. Όλες οι σκέψεις που έκανα τις προηγούμενες ημέρες έμοιαζαν τώρα να με έχουν εγκαταλείψει. Γνώριζα ξανά –μάλλον γνώριζα για πρώτη φορά– τον Κέντρο. Ένιωθα τώρα ένα ενοχλητικό τσίμπημα στο στομάχι.

Το αίσθημα αυτό άρχισε να γίνεται όλο και πιο έντονο. Τα υγρά μάτια του Θανάση Κέντρου, το τρεμάμενο χέρι του και το έρημο σπίτι εισχωρούσαν στις φλέβες μου σαν χιλιάδες, σαν εκατομμύρια μικρές βελόνες. Ο άντρας γύρισε το κεφάλι, κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα, στο βάθος του σαλονιού του, το σκοτάδι. Τα μέλη του σώματός μου είχαν μυρμηγκιάσει και τα τσιμπήματα τώρα ανέβαιναν από την κοιλιά στο στομάχι μου, μ’ έπιαναν σαν δυο χέρια από τους ώμους και πολιορκούσαν τον λαιμό μου. Ξέχασα τη Σάλπιγγα, ξέχασα τα άτεχνα βιβλία, τη δόξα και τα συχαρίκια από τους καθηγητές μου και κάθισα εκεί, μη μπορώντας να αποστρέψω το βλέμμα από την ανείπωτη μοναξιά του. Ήπιε μια γουλιά ουίσκι και συνέχισε να κοιτάζει το γαλαζωπό και άρρωστο φως της τηλεόρασης.

Οι ανοιξιάτικες βραδιές μου θυμίζουν πάντα εκείνο τον Απρίλη. Η ελαφριά ψύχρα διαχέει αργά στις φλέβες μου το καθηλωτικό μυρμήγκιασμα και το κύμα ντροπής –αυτό που μ’ έπνιξε καθώς ήμουν κρυμμένος στη βεράντα του σπιτιού στη Σαρωνίδα. Δε γνωρίζω τι απέγινε ο μοναχικός άντρας. Εκείνη τη νύχτα πλήρωσα το δωμάτιό μου στο ξενοδοχείο, μπήκα στο αυτοκίνητο και οδήγησα μέχρι το λιμάνι. Πήρα το πρώτο πλοίο και βγήκα τυχαία εδώ, σ’ ένα νησί απ’ τα επτά. Είναι τα γενέθλιά μου σήμερα. Στα εξήντα μου είμαι κι εγώ ένας πρώην σοβαρός επιστήμονας και νυν ονειροπόλος –θέλω να πω άτεχνος– λογοτέχνης. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα τον σκέφτομαι. Δεν τον ονοματίζω πια, γιατί έγινε στην ψυχή μου ιδέα. Μάθημα έγινε: Μην κρίνεις για να μην κριθείς.

 

Οι γείτονες περιμένουν το τέλος του κόσμου με κεριά

candle-flames

Οι γείτονές μου περιμένουν το τέλος του κόσμου με κεριά. Είναι δέκα και είκοσι πέντε το βράδυ και σύμφωνα με τις ειδήσεις, έχουμε ακόμη μία ώρα και κάτι. Στον δρόμο μας έχει ησυχία, είναι σκοτάδι, σε μια πολυκατοικία μακριά διακρίνω ένα αστέρι χριστουγεννιάτικο που αναβοσβήνει με κάποιο ρυθμό άγνωστο σε μένα, ο αέρας μυρίζει καμμένο ξύλο και η υγρασία έχει πάρει τη μορφή μικρών σταγόνων επάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Από κάπου δεξιά ένας σκύλος γαβγίζει. Μία φορά κι έπειτα σωπαίνει. Δεν ξέρω αν σήμερα έχει φεγγάρι, αλλά φαντάζομαι πως μια πανσέληνος κρύβεται επιμελώς πίσω από το μεγάλο γκρίζο κτήριο στα αριστερά μου.

Γίνομαι πάλι δέκα χρόνων στο νησί. Μέναμε τότε τα καλοκαίρια στο ισόγειο ενός συγκροτήματος κατοικιών, μπροστά στη θάλασσα. Τον Αύγουστο με το μεγάλο φεγγάρι σβήναμε τα φώτα και μέσα από τα κλαδιά ενός πεύκου που φύτρωνε δίπλα στην αυλή, βλέπαμε το καθρέφτισμα της ασημένιας σελήνης επάνω στο νερό. Κάθε λίγο ακουγόταν το κύμα που έσκαγε απαλά στην ακτή κι ο αφρός του εξαφανιζόταν το ίδιο ήσυχα με τη γέννησή του. Έβαζε τότε ο θείος μου στο κασετόφωνο γρηγοριανούς ψαλμούς κι εγώ ζάρωνα στην πλαστική καρέκλα κοιτώντας με φόβο το σκοτάδι γύρω. Άρχιζα σιγά σιγά να νιώθω την ψύχρα στο κορμί μου και πολλές φορές, όταν πια η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, έλεγα δειλά:

«Έλα τώρα, κλείστο αυτό»  και χαμογελούσα με προσπάθεια.

Παρόλο που έχει κρύο κάθομαι τώρα στο μπαλκόνι. Πήρα μια κουβέρτα και την έχω τυλίξει στους ώμους. Τα χέρια μου είναι παγωμένα και τα μάγουλά μου καίνε. Ένα αυτοκίνητο μαρσάρει στον πίσω δρόμο, φεύγει κι έπειτα τίποτα δεν ακούγεται, όπως πριν. Αφουγκράζομαι. Ο γείτονας ανοίγει μια στιγμή την μπαλκονόπορτα, ρίχνει κι αυτός μια ματιά έξω. Τα ψηλόλιγνα κηροπήγια είναι ακόμη επάνω στο τραπέζι κι η γυναίκα του αλλάζει κανάλια στην τηλεόραση με μια παραίτηση παροιμιώδη. Βλέπω την αχνή μπλε λάμψη να καθρεφτίζεται στο πρόσωπό της. Σκύβω και σηκώνω το μπουκάλι κόκκινο κρασί που τόση ώρα βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια μου. Γεμίζω το ποτήρι, είναι το τρίτο στη σειρά και η ώρα είναι έντεκα και είκοσι. Είναι ακριβό, γαλλικό κι έχει την ημερομηνία γέννησής μου: 1986. Είναι ξηρό και στυφό, αλλά με τρεις γουλιές το αδειάζω.

Κοιτώ και πάλι το αστέρι που αναβοσβήνει –είναι το μόνο πράγμα που κουνιέται στο οπτικό μου πεδίο-  και θυμάμαι ότι φέτος δεν στόλισα. Ούτε ένα φωτάκι δεν κρέμασα στο μπαλκόνι, το πλαστικό δεντράκι δεν το έβγαλα από το κουτί του, οι κόκκινες γυαλιστερές μπάλες είναι ακόμη τυλιγμένες με χαρτί κουζίνας στον πάτο της κούτας που γράφει «στολίδια χριστουγεννιάτικα». Το ρολόι τώρα δείχνει δώδεκα παρά τέταρτο. Τι προλαβαίνω να κάνω σε δεκαπέντε λεπτά;

Τρέχω στο υπόγειο με την ψυχή στο στόμα. Ανακαλύπτω το καφέ μακρόστενο κουτί του δέντρου σε μια γωνία, πίσω από το αμπαζούρ που μοιάζει με τη θεία Ευτέρπη και κάτω από το ξύλινο καφάσι του μανάβη που φιλοξενεί εδώ και χρόνια τα βιβλία μαθηματικών του γυμνασίου. Βρίσκω δίπλα τα φωτάκια, τυλιγμένα σε περιοδικό, και ανεβαίνω τη σκάλα γρήγορα. Έξω στο μπαλκόνι τώρα, ανοίγω με άγαρμπες κινήσεις τα κλαδιά του έλατου που έχουν μυρωδιά τάπερ και ξετυλίγω τη σειρά με τα πολύχρωμα λαμπάκια. Βάζω την πρίζα και τα στερεώνω όπως-όπως επάνω στο δεντράκι μου. Ασθμαίνοντας κάθομαι στην καρέκλα και το κοιτώ, περήφανη όσο ποτέ. Απομένει ελάχιστος χρόνος, μιλάμε πλέον για δευτερόλεπτα: πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα….

Ησυχία. Κρατώ την ανάσα μου κι όσο οι δείχτες του ρολογιού προχωρούν αρχίζω να αισθάνομαι γελοία. Ξεσπώ σε γέλια τρανταχτά!

Μα τι χα-

Τo φτερό

Ο Δημήτρης Νικολάου, με βαριά καρδιά, γύρισε το χερούλι της γυάλινης εξώπορτας και βγήκε στο δρόμο. Το χιόνι είχε καλύψει τις κορυφές των δέντρων μπροστά από το σπίτι του και στην άσφαλτο υπήρχε εδώ κι εκεί ένα λεπτό στρώμα πάγου, που καθιστούσε το περπάτημα ιδιαίτερα δύσκολο. Η θερμοκρασία έπεφτε ακόμη περισσότερο τις μεταμεσονύχτιες ώρες και ο καθένας θα προτιμούσε τη ζεστασιά του κρεβατιού του, παρά να τρέχει στο κέντρο της πόλης και μάλιστα τόσο εσπευσμένα. Ήταν η δεύτερη φορά που κάτι παρόμοιο του συνέβαινε αυτό το χρόνο κι ένας αδιόρατος φόβος άρχιζε να τον κατακλύζει τώρα που, με βήμα προσεκτικό, ανέβαινε τις σκάλες για να φτάσει στον από πάνω, παράλληλο δρόμο.

Το τηλεφώνημα τον είχε βρει στο γραφείο, διόρθωνε το ποίημα που είχε αρχίσει να γράφει για τον άλλο, τον Κώστα. Οι είκοσι στίχοι που είχε γράψει μεθυσμένος, μετά την αναγνώριση, τώρα του φαίνονταν πολύ συναισθηματικοί και ήθελε να τους αλλάξει. Το χέρι του έτρεμε κρατώντας το μολύβι, περισσότερο από το κρύο παρά από συγκίνηση. Είχε ξεμείνει πια από δαύτη. Μόλις είχε βάλει δύο δάχτυλα ουίσκι στο ποτήρι του, όταν ένιωσε το σπίτι να σείεται ελαφρά κάτω από τα πόδια του. Όπως όταν ήταν μικρός, κοίταξε το φως ψηλά· δεν κουνιόταν. Το ξανακοίταξε για να σιγουρευτεί. Αμέσως χτύπησε το τηλέφωνο.

«Εμπρός;»

«Ο κύριος Νικολάου; Λεονάρδου, από την ασφάλεια» είπε με επίσημο τόνο η βαριά γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής.

«Ο ίδιος… Συμβαίνει κάτι;»

«Γνωρίζετε τον Μίλτο Σέκερη;»

«Τον Μίλτο, φυσικά. Είναι φίλος μου» ψέλλισε ο Δημήτρης.

«Γνωρίζετε υποθέτω και την κατοικία του»

«Ναι, μένουμε αρκετά κοντά. Τι συμβαίνει;»

«Θα σας ήμουν ευγνώμων αν ερχόσασταν το συντομότερο δυνατό»

Ντύθηκε στα γρήγορα, πήρε το παλτό του από την κρεμάστρα κι έτρεξε έξω χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Ο Μίλτος θα είχε μπλέξει πάλι με ναρκωτικά. Μόλις τον προηγούμενο μήνα τον είχαν πιάσει με τρία γραμμάρια στην τσέπη κι ο Δημήτρης είχε αναγκαστεί να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Να πληρώσει, με άλλα λόγια, την εγγύηση.

«Φίλε μου, τι θα έκανα χωρίς εσένα;» του είχε πει τότε εκείνος, μαστουρωμένος μέχρι αηδίας.

«Έχε χάρη που έχεις τόσο ταλέντο, αλλιώς θα σε άφηνα να σαπίσεις στη φυλακή» του είχε απαντήσει και έλεγε την αλήθεια.

Τέτοιο ταλέντο στο γράψιμο δεν το ‘χε κανένας από όσους ήξερε ο Δημήτρης. Τι να το κάνεις όμως; Ο τύπος έχει πολλά προβλήματα και δεν παύει να σκορπίζει κι άλλα στο διάβα του, σκεφτόταν τώρα καθώς έβαζε την κουκούλα του παλτού του. Βουτηγμένος στην κατάθλιψη ήταν μια ζωή ο Μίλτος κι όχι άδικα. Τέτοια κακοποίηση θα διέλυε οποιονδήποτε, πόσο μάλλον εκείνον, που είχε τις αντοχές φτερού.

«Το φτερό όμως, φίλε μου, τρυπώνει παντού, αυτό μην το ξεχνάς» του απαντούσε ο Δημήτρης κάθε φορά που ο άλλος το χρησιμοποιούσε ως δικαιολογία για την κατάντια του. «Κι όχι μόνο τρυπώνει, αλλά μπορεί να μένει απαρατήρητο για όσο το επιθυμεί. Και την κατάλληλη στιγμή μπορεί να σηκωθεί και να προκαλέσει φαγούρα ακόμα και στον πιο δυνατό, Μιλτάκο…»

Τον έβλεπες τότε να γελάει και να παίρνει αποφάσεις ζωής, τις οποίες αναιρούσε την επόμενη μέρα, αν όχι και την επόμενη ώρα.

Ο Δημήτρης είχε αρχίσει να ανησυχεί σοβαρά τώρα. Για να μπλέχτηκε η αστυνομία και μάλιστα στο σπίτι του κάτι χοντρό θα έχει γίνει, σκεφτόταν. Είχε να μιλήσει από την προηγούμενη με τον Μίλτο. Του είχε υποσχεθεί πως θα ερχόταν στο δείπνο της κυρίας Σαραντάκου, νωρίτερα την ίδια μέρα, όμως η θέση του είχε μείνει για μία ακόμα φορά κενή. Κρίμα, θα ήταν μεγάλη ευκαιρία να εκδώσει το τελευταίο του μυθιστόρημα. Το ποσό που προσφέρθηκε να διαθέσει η Σαραντάκου δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητο.

«Ηλίθιε, την έχασες την ευκαιρία σου» μονολόγησε καθώς έφτανε στο σπίτι του Μίλτου, κάτω από το οποίο ήταν σταθμευμένο ένα περιπολικό. Χτύπησε το κουδούνι και αμέσως του άνοιξαν.

«Καλησπέρα Μ… »

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του και τον είδε απέναντί του. Το άψυχο σώμα του φίλου του κρεμόταν γυμνό από τον πολυέλαιο του σαλονιού. Η αστυνομικός τον τράβηξε γρήγορα αριστερά, βρίζοντας τους συναδέλφους της που δεν είχαν πάρει τα κατάλληλα μέτρα.

«Τον αναγνωρίζετε;»

«Αν τον αναγνωρίζω;» έκανε με έκπληξη. «Θαρρείτε πως όχι;» πρόσθεσε ειρωνικά.

«Δεν υπάρχει λόγος να γίνεστε κυνικός, κύριε…»

«Γνωρίζετε κάτι για το συμβάν;»

«Όχι. Ή μάλλον… δεν ξέρω. Ίσως να το περίμενα κατά κάποιο τρόπο» είπε χαμηλόφωνα.

«Πιστεύετε πως έχει σχέση με την αυτοκτονία του Κώστα Τέλογλου;»

«Του Κώστα; Αφού… αφού δεν είχαν καμία σχέση αυτοί οι δύο! Μισιούνταν θα έλεγα…» είπε σαστισμένος.

«Ο Μίλτος Σέκερης άφησε ένα γράμμα, κύριε Νικολάου. Όταν τελειώσει η έρευνα θα μπορέσετε να το κρατήσετε, είναι δικό σας. Ο αποθανών το δηλώνει ρητά»

Ο Μίλτος είχε αφήσει γράμμα. Ο Δημήτρης δεν μπορούσε να το πιστέψει. Λίγες ημέρες μετά το συμβάν η Λεονάρδου τον πήρε και πάλι τηλέφωνο, για να του πει να περάσει όποτε το επιθυμεί από το τμήμα, να το παραλάβει. Η σήμανση το είχε ελέγξει, λέει.

«Τι θα καταλάβουν αυτοί από τον Μίλτο;» σκεφτόταν με απαξία την ώρα που το έπαιρνε στα χέρια του.

Το διάβασε απνευστί. Αποδείχτηκε ότι ο φίλος του όλα αυτά τα χρόνια είχε στο μυαλό του την έξοδο. Ναρκωτικά, καταχρήσεις ήταν ο αργός τρόπος, όπως έγραφε.

«Όμως πάντοτε με έσωζες και δεν σ’ αδικώ γι’ αυτό» του έλεγε σε κάποιο σημείο. «Εγώ φταίω που δεν είχα υπάρξει ξεκάθαρος, ούτε με σένα ούτε με κανέναν. Ο Κώστας μου έδειξε το δρόμο».

Ο Κώστας τον είχε επισκεφτεί, λέει, πολλές φορές μετά το θάνατό του.

«Ερχόταν Δημήτρη, ερχόταν. Μη γελάσεις με αυτό, δεν τρελάθηκα. Είμαι πιο λογικός από ποτέ» ομολογούσε.

Σ’ ένα όνειρο τον πήρε από το χέρι και περπάτησαν μαζί στην παραλία. Εκείνος του μιλούσε με ποιήματα, τα ποιήματά του, όμως ο Μίλτος μπορούσε, λέει, για πρώτη φορά να διαβάσει πίσω από τις λέξεις του.

«Όλοι νόμιζαν πως τον μισούσα, είμαι σίγουρος πως κι εσύ αυτό πιστεύεις».

Ο Δημήτρης τον είχε ακούσει πολλές φορές να μιλά με τα χειρότερα λόγια για τον Τέλογλου, τον «ατάλαντο λεξιθήρα», όπως τον αποκαλούσε.

«Τον μισούσα γιατί δεν τον καταλάβαινα. Όμως ήρθε και μου τα εξήγησε όλα. Μου μιλούσε τόσο ξεκάθαρα, φίλε μου. Καθίσαμε στα βράχια και του είπα όσα δεν έχω πει σε κανέναν. Ύστερα, από το πουθενά, εμφανίστηκε ένα άσπρο άλογο. Με βοήθησε να ανέβω και μου είπε να τρέξω όσο πιο γρήγορα μπορώ».

Του είπε να τρέξει στην αρχή κατά μήκος της ακτής. Μετά να σταματήσει κι ύστερα να ορμήσει στη θάλασσα.

«Και τότε το κατάλαβα. Έπρεπε να ξαναγεννηθώ. Είχε φτάσει η ώρα».

Το φτερό είχε φύγει, λοιπόν. Ήταν ο δεύτερος αυτή τη χρονιά. Ο Δημήτρης χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι τόσο δυνατά που αμέσως βλαστήμησε. Τότε το θυμήθηκε. Σηκώθηκε απότομα και πήγε στη μικρή βιβλιοθήκη της κρεβατοκάμαρας. Στο πρώτο ράφι, δίπλα από τις δικές του ποιητικές συλλογές, βρήκε ένα μικρό γαλάζιο τετράδιο. Έφτασε η ώρα, σκέφτηκε τη στιγμή που με τρεμάμενα χέρια έλυνε την κορδέλα με την οποία ήταν τυλιγμένο. Σχεδόν πέντε χρόνια πριν ο Μίλτος του το είχε δώσει με τον όρο να το κρύψει κάπου και να μην το ανοίξει ποτέ. Ο Δημήτρης θυμήθηκε την υπόσχεση και κοντοστάθηκε.

Ξανατύλιξε το τετράδιο με τη μεταξωτή κορδέλα και άνοιξε διάπλατα το παράθυρο που έβλεπε στον έρημο δρόμο. Τοποθέτησε το σημειωματάριο σ’ ένα μικρό μεταλλικό δίσκο, έβγαλε τον αναπτήρα από την τσέπη του πουκαμίσου του και τον άναψε. Οι φλόγες τύλιξαν αμέσως το λεπτό τετράδιο. Σε ένα λεπτό το χαρτί είχε μετουσιωθεί σε ένα ωοειδές μαύρο και ελαφρύ αντικείμενο. Καθώς αναποδογύριζε τον δίσκο έξω από το παράθυρο, το καμένο αντικείμενο λικνιζόταν στον αέρα δεξιά, αριστεράσαν φτερό.

Ο Δημήτρης πήρε μια βαθιά ανάσα και το φύσηξε με δύναμη. Ύστερα χαμογέλασε και έκλεισε το παράθυρο.

Μια πάνινη τσάντα στο μετρό

Επιβιβάστηκα στον Ευαγγελισμό χθες αργά το βράδυ, με κατεύθυνση Αεροδρόμιο. Επέλεξα ένα βαγόνι του μετρό σχετικά άδειο και κάθισα στο πίσω μέρος, εκεί που στις ταινίες ανοίγει μια πόρτα και πετάγεσαι στο κενό για να ξεφύγεις από τον κακό. Μέχρι να φτάσουμε στον σταθμό «Αμπελόκηποι», όλες οι θέσεις γύρω μου είχαν πιαστεί. Δίπλα μου ακριβώς ήρθε και κάθισε μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, ξανθιά, με μακριά νύχια κι ένα άρωμα που μου έφερνε ζαλάδα. Απέναντί μου, ένας μεσήλικας, αδύνατος και φαλακρός με μικροσκοπικά γυαλιά οράσεως κι ένα πουκάμισο με πολύχρωμες ρίγες. Κρατούσε στο δεξί χέρι ένα πρόγραμμα του Μεγάρου και κάθε τόσο έκανε αέρα. Δίπλα του άκουγε μουσική ένας νεαρός με σχολική τσάντα, σκουλαρίκι στο φρύδι και παπούτσια σκισμένα. Στο αριστερό, δίπλα στη φτέρνα, είχε ζωγραφισμένο το τριφύλλι του Παναθηναϊκού. Όταν τα μεγάφωνα σήμαναν την άφιξη στον σταθμό «Πανόρμου», ο μικρός πετάχτηκε σαν ελατήριο και στη θέση του κάθισε βαριά ένας γέρος μοναχός που μόλις είχε επιβιβαστεί.

Τα πόδια του σχεδόν άγγιζαν τα δικά μου, γι’ αυτό και μαζεύτηκα όσο πιο πολύ μπορούσα. Ντρεπόμουν να τον παρατηρήσω, γιατί τα μάτια μας βρίσκονταν ακριβώς στο ίδιο ύψος, έτσι που αν έκανα να κοιτάξω μπροστά, αισθανόμουν πως θα τον έφερνα σε δύσκολη θέση. Έτσι αρκέστηκα να τον παρατηρώ στα κλεφτά κοιτώντας την αντανάκλασή του στο τζάμι δεξιά. Κουβαλούσε δύο μεγάλες τσάντες στα χέρια κι ένα σακίδιο με λουλούδια, το οποίο είχε ακουμπήσει επάνω στα πόδια του. Φορούσε πάνω από τα ρούχα του ένα μακρύ μπλε ράσο, βρώμικο ίσως κι ελαφρά ξεβαμμένο. Άσπρα γένια γέμιζαν το πρόσωπό του, πετούσαν άστατα εδώ κι εκεί κι ενώνονταν με τα λευκά μαλλιά που έβγαιναν από το καπέλο του. Η μύτη του, μεγάλη και κόκκινη, του χάριζε μια όψη λίγο κωμική και τα μάτια του, γεμάτα κόκκινα αγγεία, δεν σταματούσαν να κοιτούν δεξιά κι αριστερά. Μαζί με τις σακούλες βαστούσε κι ένα μακρύ μαύρο κομποσχοίνι. Τα χείλη του κουνιούνταν ασταμάτητα κι οι παύσεις συνοδεύονταν από μια ελαφριά κίνηση των δαχτύλων, που καρτερικά προχωρούσαν στον επόμενο κόμπο.

Από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο βαγόνι μου, η μυρωδιά του χώρου άλλαξε. Τώρα αντί για το βαρύ ακριβό άρωμα της διπλανής μου, πλανιόταν στην ατμόσφαιρα μια μυρωδιά «χωριού», από αυτές που σε κάνουν να νοσταλγείς την ύπαιθρο, ακόμα κι αν ποτέ δεν έχεις ζήσει σ’αυτήν. Έστρεψα το βλέμμα κάτω, ανάμεσα στα πόδια. Με την άκρη του ματιού έβλεπα τη μεγάλη πάνινη τσάντα, που ο γεράκος κρατούσε κάτω από το κάθισμά του: μέσα της διέκρινα μια πλαστική σακούλα με παξιμάδια, ένα μπουκάλι λάδι, ίσως να ήταν και ρακή ή κάποιο κρασί, μερικά κλαδιά μυρωδικών, ένα πακετάκι τυλιγμένο με καρό πετσέτα και άλλη μια πλαστική σακούλα, μάλλον άδεια. Έκλεισα στιγμαιαία τα μάτια και βυθίστηκα μέσα σ’ εκείνο τον «χωριάτικο» παράδεισο. Ήμουν σίγουρη πως, αν έψαχνα καλύτερα, θα έβρισκα στον πάτο κι ένα κομμάτι τυρί, δύο ντομάτες, λεμόνια, μια πιπεριά, ρίγανη, θυμάρι και βασιλικό και κάπου εκεί πιο πέρα μια ζωντανή κότα, με τα πούπουλά της να πετάγονται παντού.

«Επόμενος σταθμός: Χαλάνδρι»

Έπρεπε να κατέβω, αλλά έμεινα εκεί.

«Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.»

Φαινόμενα

 Ο Άλκης ακούμπησε την πλάτη του στο δέντρο. Με το δεξί χέρι ρύθμισε τη βιντεοκάμερα στη νυχτερινή λειτουργία και περίμενε. Είχε βρει το σημείο πριν κάνα δυο μέρες, απομονωμένο, κρυφό και άνετο. Και το βασικότερο, με θέα στο παράθυρό της. Οι θάμνοι γύρω δεν επέτρεπαν να φανούν τα πόδια του και μπορούσε ακόμα, αν το ήθελε, να καθίσει και κάτω στο γρασίδι, αφήνοντας την κάμερα στο τρίποδο να γράφει μέσα από τις φυλλωσιές. Χαιρόταν που επιτέλους είχε πάρει την απόφαση να το κάνει. Το ‘χε γυρίσει και ξαναγυρίσει στο μυαλό του εκατοντάδες φορές από τότε που την πρωτοείδε, την είχε ακολουθήσει για κανένα χιλιόμετρο, όμως την τελευταία στιγμή είχε δειλιάσει, είχε μπει σ’ ένα λεωφορείο και την είχε κοπανήσει. Η τύχη θέλησε να ξανασυναντηθούν πριν μια εβδομάδα. Περίμεναν στην ίδια στάση.

Για τον Άλκη οι στάσεις αποτελούσαν τα «παρατηρητήρια» του. Και δόξα τω Θεώ η πόλη είναι γεμάτη από δαύτες. Μια μέρα που καθόταν και περίμενε, μόνος στα σκαλοπάτια μιας πολυκατοικίας, διέκρινε το καχύποπτο βλέμμα των περαστικών. Οι μαγαζάτορες έβγαιναν και του έριχναν κλεφτές ματιές κάθε τρεις και λίγο, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να «χαθεί» μέσα στο πλήθος. Και τότε του ήρθε η ιδέα. Γιατί να μη μετακινηθεί λίγο πιο κάτω, στο παγκάκι της στάσης; Από τότε έμαθε να γίνεται αόρατος. «Περιμένω», θα έλεγε, «…το λεωφορείο φυσικά, τι άλλο;». Οι άνθρωποι είχαν στο νου τους το μεταφορικό μέσο που θα ερχόταν και οι ομάδες των συγκεντρωμένων ατόμων κάθε τόσο ανανεώνονταν.

 Η Σοφία εμφανίστηκε στο παράθυρο της κουζίνας κρατώντας μια μικρή κατσαρόλα. Την άδειασε στο νεροχύτη και την άφησε στον πάγκο. Στο στόμα της είχε ένα κομμάτι ψωμί κι από το μορφασμό που έκανε, ο Άλκης κατάλαβε πως ήταν μπαγιάτικο. Είχε αφήσει αναμμένο το φως του δίπλα δωματίου και στη σκοτεινή κουζίνα το σώμα της περιβαλλόταν από μια λάμψη αχνή, σαν φωτοστέφανο. Έκανε ζουμ στα χέρια της. Του θύμιζαν έντονα κάποιον που ήξερε, δεν είχε όμως αποφασίσει ακόμα ποιον. Έσκυψε κάτω στην τσάντα του να πάρει ένα τσιγάρο. Όταν σηκώθηκε, η κοπέλα είχε χαθεί από το πλάνο.

Γύρισε την κάμερα πάνω στο τρίποδο, δεξιά – αριστερά, αρχικά στο σαλόνι και ύστερα στην κρεβατοκάμαρα, της οποίας έβλεπε μονάχα μια μικρή γωνία.

 «Εμένα ψάχνεις;»

 Η Σοφία στεκόταν τώρα πίσω του. Ο Άλκης λίγο έλειψε να καταπιεί το τσιγάρο που είχε στο στόμα. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη από το σάστισμα και τα δυο του χέρια είχαν κολλήσει στις τσέπες του φούτερ…

 «Λοιπόν; Ποιος είσαι; Κανένας ανώμαλος που τη βρίσκει να κοιτάζει μέσα από ξένα παράθυρα;»

 «Ο…όχι…δεν…»

 «Δώσε μου την κάμερα. Ό, τι έχεις τραβήξει, αλλιώς παίρνω την αστυνομία», γρύλισε η Σοφία.

 «Δεν είναι αυτό που… που νομίζεις», ψιθύρισε ο Άλκης, τρομοκρατημένος. Η κοπέλα φαινόταν εξαγριωμένη και ικανή για όλα. Έκανε χειρονομίες στον αέρα. Στα χέρια της πετάγονταν εδώ κι εκεί πράσινες, ανάγλυφες φλέβες. Κάρφωσε το βλέμμα του επάνω τους.

 «Τι κοιτάζεις ηλίθιε; Τις κασέτες, τώρα!»

 Δεν είχε άλλη επιλογή. Με το ένα χέρι και το τσιγάρο στα χέιλη τής έδωσε ό,τι υπήρχε μέσα στην τσάντα.

 «Σε παρακαλώ, μόνο, υποσχέσου μου πως θα τις δεις πριν τις πετάξεις.

 «Τώρα φύγε και να μην σε ξαναδώ να τριγυρνάς, γιατί την έβαψες».

 Η Σοφία πήρε τις κασέτες και την κάμερα και μπήκε στο σπίτι. Έκλεισε όλα τα παράθυρα, τράβηξε τις κουρτίνες και κάθισε στο σαλόνι. Έβαλε την πρώτη κασέτα: Πρωί, μια γυναίκα κατέβαινε από το λεωφορείο, το πρόσωπό της δεν φαινόταν. Από τα ρούχα η Σοφία κατάλαβε πως ήταν εκείνη. Ο κάμεραμαν την ακολουθούσε όπου και αν πήγαινε. Στο σούπερ μάρκετ, στο καθαριστήριο, στο περίπτερο όπου αγόρασε τσιγάρα προχτές το απόγευμα, στην καφετέρια όπου κάθισε για να ξεκουραστεί ύστερα απ’ τα ψώνια. Το πρόσωπό της δεν εμφανιζόταν σε καμία από τις σκηνές αυτές. Η κάμερα εστίαζε μονάχα στα χέρια της, που πάντοτε ήταν απασχολημένα: τη μια έστριβε τσιγάρο και κάτω από τα νύχια της είχε κομματάκια μαύρου καπνού, την άλλη αναζητούσε μέσα στην τσάντα το πορτοφόλι της, πλήρωνε, σήκωνε σακούλες και οι φλέβες της πετάγονταν, έξυνε το μπράτσο της ή τα έτριβε μεταξύ τους για να ξεμουδιάσουν.

 Η δεύτερη κασέτα ήταν παρόμοια: τα χέρια της Σοφίας ήταν μέσα στον νεροχύτη, έπλενε τα πιάτα φορώντας γάντια. Έπειτα τα τίναζε για να στεγνώσουν επειδή ήταν ιδρωμένα, πιο ύστερα ανακάτευε με τα ακροδάχτυλα τη σαλάτα, έκοβε ένα κομμάτι ψωμί και το μασουλούσε αργά καθώς έβλεπε τηλεόραση. Πιο κάτω τα δάχτυλά της ήταν βουτηγμένο στο χρώμα, έβαφε τον τοίχο στην κουζίνα. Κόκκινη μπογιά, σαν αίμα, έτρεχε από τον αντίχειρά της κι έφτανε μέχρι τον αγκώνα, καθώς σήκωνε το μπράτσο για να βάψει μια γωνία. Η Σοφία αποκοιμήθηκε στον καναπέ, παρακολουθώντας την τελευταία σκηνή και πάλι στην κουζίνα, λίγη ώρα πριν πιάσει τον τύπο στα πράσα.

 Ο Άλκης γύρισε στο σπίτι του με τα πόδια. Του πήρε τουλάχιστον δύο ώρες κι όταν έφτασε ήταν εξαντλημένος. Είχε χάσει και την κάμερα και τις κασέτες. Και επιπλέον είχε γίνει ρεζίλι στην κοπέλα. Είχε δίκιο, πώς να μην έχει; Έπρεπε να σταματήσει. Τώρα βέβαια θα αναγκαζόταν. Λεφτά για καινούργιο εξοπλισμό δεν είχε. Άνοιξε ένα μπουκάλι ουίσκι και κατέβασε το μισό σχεδόν με την πρώτη γουλιά.

 Πριν κοιμηθεί έβγαλε το τεχνητό χέρι του και το ακούμπησε στο κομοδίνο.

Το μπισκοτάκι της τύχης

Θα ήμουν γύρω στα δώδεκα, όταν ανακάλυψα την κινέζικη κουζίνα.

Η Μαρία, η φίλη της μαμάς που ήταν ψαγμένη, μας κάλεσε μια μέρα στο σπίτι της για φαγητό προειδοποιώντας ότι θα παραγγέλναμε απ’ έξω. Κόντευαν Χριστούγεννα και ο καιρός ήταν ψυχρός και βροχερός. Η μονοκατοικία της Μαρίας στην Κηφισιά ήταν το καταλληλο μέρος για να περάσει κανείς μια βραδιά δίπλα στο τζάκι, με καλή παρέα και τα τελευταία νέα από τον καλλιτεχνικό κόσμο. Από τότε που τη γνώρισα, η Μαρία ζούσε μόνη της. Είχε έναν αδερφό με τον οποίο σπάνια μιλούσε, αλλά για τους γονείς της κανείς δεν ήξερε, πόσω μάλλον εγώ.

Κατά καιρούς φιλοξενούσε στο σπίτι της διάφορες φίλες, πάντοτε πολύ όμορφες γυναίκες, ποτέ Ελληνίδες. Η πιο εντυπωσιακή ήταν η Λάουρα, μια Ισπανίδα χορεύτρια φλαμένκο, την οποία -όπως μας είπε- την είχε γνωρίσει οταν σπούδαζε αρχιτεκτονική στο Μπιλμπάο. Η Λάουρα δεν μιλούσε βέβαια ελληνικά, ήξερε μονάχα μερικές λέξεις όπως «καλημέρα» ή «καλησπέρα» και ορισμένες βρισιές, τις οποίες επιμελώς έκρυβαν οι γονείς μου από τα παιδικά μου αφτιά. Κυκλοφορούσε με μια φαρδιά τσιγγάνικη φούστα κι από πάνω φορούσε συνήθως μονόχρωμες μπλούζες που άφηναν ακάλυπτο το μεγαλύτερο μέρος της πλάτης. Μια μέρα την έπιασα ν’ αλλάζει με μισάνοιχτη την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, καθώς μιλούσε χαμηλόφωνα με τη Μαρία. Έμεινα κολλημένη στον τοίχο, κρατώντας την αναπνοή μου. Το σώμα της είχε ένα χρώμα σκούρο, σαν μαυρισμένο από τον ήλιο. Όταν έβγαλε την μπλούζα της είδα πως δεν φορούσε σουτιέν. Στο κάτω μέρος του στήθους είχε μια πλατιά καφέ ελιά. Πριν εξαφανιστώ -γιατί άκουσα φωνές- είδα τη Μαρία να περνά πίσω της και να τη φιλά στον ώμο.

Μετά τη Λάουρα ήρθαν η Όλγα, η Σοφία, η Φεντερίκα, όλες παλιές γνώριμες της Μαρίας από τα φοιτητικά χρόνια.

Την ημέρα που μας κάλεσε στο σπίτι της, ήταν μόνη. Ήθελε, λέει, να μας ανακοινώσει κάτι, γι’ αυτό κερνούσε φαγητό. Την αφήσαμε να παραγγείλει ό,τι ήθελε, άλλωστε οι γονείς μου δεν ήξεραν και πολλά από την ασιατική κουζίνα. Θα κατέβαινε στο κινέζικο μαγαζί που είχε ανοίξει στον παρακάτω δρόμο, για να μιλήσει αυτοπροσώπως με τον κύριο Λι, που είχε γίνει φίλος της.

«Ελένη, θέλεις να έρθεις μαζί μου;», μου πρότεινε και δέχτηκα αμέσως.

Φόρεσα το μπουφάν μου κι εκείνη τυλίχτηκε μ’ ένα πολύχρωμο παλτό. Μ’ έπιασε από το χέρι και περπατήσαμε μαζί ως το μικρό κόκκινο μαγαζάκι με την περίεργη επιγραφή. Φτάνοντας απέξω μύριζε θεσπέσια. Η μυρωδιά μου θύμιζε κοτόπουλο μαζί με μέλι και λουκουμά, ψητά λαχανικά και κάτι άλλο, απροσδιόριστο. Στιγμιαία έκλεισα τα μάτια και πήρα βαθιά ανάσα.

«Είδες μικρή μου; Που να δοκιμάσεις κιόλας…» αναφώνησε γελώντας.

Με τράβηξε και μπήκαμε μέσα. Ο διάκοσμος με γοήτευσε. Κόκκινες γιρλάντες, βαριά ξύλινα τραπέζια, χρυσά γράμματα, τεράστιες τοιχογραφίες με πολύχρωμους δράκους κι ένα παχύ βελούδινο χαλί υποδέχονταν τους πελάτες. Μοναδικές πηγές φωτός ήταν τα χάρτινα φαναράκια που κρέμονταν από το ταβάνι. Η Μαρία μου είπε να καθίσω κάπου και να την περιμένω, όση ώρα εκείνη θα κανόνιζε το φαγητό στην κουζίνα. Έβγαλα το μπουφάν και το κρέμασα σε μια καρέκλα. Είχε τόσα πολλά πράγματα εκεί μέσα, που ήθελα να τα εξερευνήσω ένα προς ένα. Άρχισα να περπατώ ανάμεσα στα τραπέζια αγγίζοντας με προσοχή ό,τι τραβούσε το βλέμμα μου: μαντεμένιες τσαγέρες, ποτηράκια από πορσελάνη με μπλε σχέδια, μακριά πράσινα μπαμπού μέσα σε ψηλά βάζα, δράκους και πουλιά με χιλιάδες χρώματα. Περνούσα το δάχτυλο πάνω από τα ανάγλυφα ιδεογράμματα στον τοίχο και προσπαθούσα να μαντέψω τι σήμαιναν.

Ξαφνικά η μύτη μου έπιασε μια υπέροχη γλυκιά μυρωδιά, η οποία μάλλον ερχόταν από την κουζίνα. Ένιωσα ένα γαργαλητό στην κοιλιά και μια ανατριχίλα διαπέρασε την σπονδυλική μου στήλη. Το στόμα μου άρχισε να υγραίνεται από το σάλιο και κατάλαβα πως δεν μπορούσα να μην την ακολουθήσω. Περπατούσα αργά, μυρίζοντας την ατμόσφαιρα. Βγήκα από τη σάλα και βρέθηκα να περπατώ σ’ ένα σκοτεινό διάδρομο. Η μυρωδιά γινόταν όλο και πιο έντονη όσο πλησίαζα σε μια μισάνοιχτη πόρτα. Κοίταξα από το άνοιγμα και είδα δυο ζευγάρια χέρια. Αναγνώρισα αμέσως το δαχτυλίδι της Μαρίας. Με την ανάστροφη του χεριού χάιδευε το μπράτσο μιας νεαρής κοπέλας με μακριά μαύρα μαλλιά που έπεφταν ολόισια στους ώμους της. Για λίγη ώρα δεν μιλούσαν. Όταν ακούστηκε μια λέξη έτρεξα ξανά στη σάλα.

Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκαν και οι δύο. Η νεαρή Κινέζα κρατούσε μια σακούλα με φαγητά, την οποία παρέδωσε στην Μαρία λέγοντας κάτι στη γλώσσα της. Την κοιτούσα με ανοιχτό το στόμα: φορούσε ένα φόρεμα μαύρο μεταξένιο, στενό και μακρύ, με κοντά μανίκια και ελαφρώς ψηλό λαιμό. Από το στήθος και επάνω κούμπωνε με μια σειρά μικροσκοπικά κουμπάκια. Είχε τα τελευταία τρία ανοιχτά. Πριν ανοίξουμε την πόρτα για να φύγουμε, με τράβηξε από το μπράτσο και άπλωσε το χέρι της. Κρατούσε ένα μικρό μπισκοτάκι τυλιγμένο σε σελοφάν.

«Είναι το μπισκοτάκι της τύχης», μου ψιθύρισε η Μαρία, «άνοιξέ το και μέσα θα βρεις ένα μήνυμα».

Μέχρι σήμερα δεν το έχω ανοίξει. Το φυλάω σ’ ένα κουτί μαζί με άλλα αναμνηστικά. Φοβάμαι να το σπάσω, μήπως βρω μέσα μονάχα ένα «MADE IN CHINA».

Η Μαρία μου στέλνει κάθε μήνα ένα γράμμα από την Κίνα.