Μανόλια (μέρος α)

Όταν η κρύα και γυαλιστερή επιφάνεια του σλάιντ ήρθε σε επαφή με τα ακροδάχτυλά μου, κατάλαβα γιατί βρισκόμουν εκεί, όρθια και ακίνητη, ανάμεσα στα πράγματα της Κικής. Γύρω μου κείτονταν σκισμένοι βελούδινοι καναπέδες, ξύλινες καρέκλες με περίτεχνα σκαλίσματα, ένα παλιό πικάπ με δίσκους σκορπισμένους εδώ κι εκεί, άπειρα κουρελάκια σε διάφορα σχήματα και χρώματα. Ιστοί αράχνης ξεκινούσαν από τη μία γωνιά της οροφής ως την άλλη, φτιάχνοντας ένα ύφασμα λεπτό κι αέρινο που αιωρείτο όλη την ώρα πάνω απ’ το κεφάλι μου, σαν σύννεφο γεμάτο βροχή.

Λίγα λεπτά αφότου μπήκα στο σπίτι της οδού Σέκερη, έτρεξα ν’ ανοίξω την μπαλκονόπορτα καλύπτοντας το στόμα και τη μύτη μου με ένα μαντίλι. Ένα παχύ στρώμα σκόνης είχε καθίσει πάνω στα πράγματα, καλύπτοντάς τα με ένα γκρίζο, μουντό πέπλο. Η παραμικρή κίνηση έκανε τα δισεκατομμύρια των κόκκων να σηκώνονται και να εισχωρούν βαίαια στα ρουθούνια μου, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αναπνεύσω.

Πετάχτηκα έξω, ζητώντας καθαρό αέρα.

Το σπίτι ήταν δικό μου. Η αποδοχή κληρονομιάς που υπέγραψα νωρίτερα την ίδια εβδομάδα το επιβεβαίωνε. Τώρα έπρεπε να το καθαρίσω. Χρόνια καπνίσματος και βρωμιάς είχαν μετατρέψει το διαμέρισμα σε σκοτεινό και δύσοσμο μπουντρούμι. Κοίταξα κάθε γωνιά του προσεκτικά: εκεί παίζαμε με τον θείο Ανέστη χαρτιά, δίπλα στο μικρό τραπεζάκι με κάθιζε η Κική για να φάω, κάτω από τον μεγάλο καθρέφτη με τα μπαρόκ σκαλίσματα είχα χτυπήσει το γόνατό μου, στο μικρό πλυσταριό…

(Ένας οδηγός πάτησε την κόρνα με μίσος, ακριβώς από κάτω μου. Γύρισα το κεφάλι.)

Ο θείος παντρεύτηκε την Κική σχεδόν αμέσως μόλις χήρεψε. Εκείνος ήταν ήδη γέρος, εκείνη νέα και όμορφη. Οι συγγενείς τη μίσησαν, οι γυναίκες δεν σταματούσαν να μιλούν γι’ αυτήν και οι άντρες κρυφά την επιθυμούσαν. Τη γνώρισα όταν ήμουν πέντε χρόνων. Το χέρι που μου έτεινε μύριζε γιασεμί.

Περνούσαμε μαζί κάθε Σαββατοκύριακο. Σπάνια μου μιλούσε. Την ακολουθούσα στο σπίτι καθώς έκανε τις δουλειές και την παρατηρούσα. Το μικρό μου μυαλό δυσκολευόταν να χωνέψει αυτό το περίεργο ζευγάρι και πάσχιζα να καταλάβω τι πόνο έκρυβε μέσα της η όμορφη γυναίκα του θείου Ανέστη. Με τον καιρό σώπασα κι εγώ. Περιφερόμασταν οι δυο στο σπίτι σαν φαντάσματα, γλιστρούσαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο και λειτουργούσαμε συμπληρωματικά, μα όχι συνειδητά. Απλώναμε τα ρούχα, πιάναμε τις άκρες των σεντονιών για να τα διπλώσουμε, ανακατεύαμε με δυο χέρια και μία κουτάλα τη μεγάλη κατσαρόλα με το γλυκό κυδώνι.

Όταν μεγάλωσα κάπως, μου σφηνώθηκε στο κεφάλι η ιδέα να ψάξω τα πράγματα της Κικής. Αν δεν μου μιλούσε εκείνη, τα προσωπικά της αντικείμενα θα μου έλεγαν σίγουρα την ιστορία της. Κάθε φορά που πήγαινα στο μεγάλο διαμέρισμά τους έλεγα μέσα μου «όταν τελειώσουμε τις δουλειές…όταν απομακρυνθεί….όταν βαρεθώ… θα ψάξω». Ύστερα η ώρα άπλωνε τα πλοκάμια της και μας τύλιγε κι εμείς πιάναμε τις πολύχρωμες κορδέλες της και γυρίζαμε, γυρίζαμε ατέλειωτα γύρω από το αόρατο γαϊτανάκι μας. Η ιδέα να ψάξω τα πράγματά της δεν επανερχόταν , παρά μόνο όταν ήμουν και πάλι μόνη, στο δικό μου σπίτι, στο δικό μου δωμάτιο.

(εδώ το β μέρος)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s