Μανόλια (μέρος β)

Τα τελευταία χρόνια πήγαινα στο σπίτι τους με τα πόδια. Ήμουν μεγάλη πια και η μάνα μου είχε εμπιστοσύνη, αν όχι σε μένα, τουλάχιστον στον νυχτερινό φωτισμό της Πανεπιστημίου. Τα ανοιξιάτικα βράδια περπατούσα στο πεζοδρόμιο, μεθυσμένη από τη μυρωδιά των ανθισμένων νερατζιών, άνοιγα τα ρουθούνια μου και εισέπνεα βαθιά το άρωμα της φύσης που ξυπνούσε. Στα δεκαεφτά μου ανακάλυψα -εκστατική- την οσμή των λουλουδιών στο τσιμεντένιο κέντρο.

Σφίγγοντας στη χούφτα μου το μικρό τετράγωνο σλάιντ, θυμήθηκα τη βραδιά που μπήκα στο σπίτι της Κικής με ένα πλατύ χαμόγελο. Είχα μόλις γυρίσει από έναν περίπατο αποκαλυπτικό, μυρωδάτο και μαγευτικό. Ήταν Παρασκευή και το είχα σκάσει από τη μάνα μου νωρίς το απόγευμα. Ήξερα ότι η πιο όμορφη ώρα της ημέρας ήταν γύρω στις επτά, όταν ο ήλιος χάριζε στον ουρανό της πόλης ένα κόκκινο χρώμα, που σταδιακά μετατρεπόταν σε πορφυρό. Βάδιζα αργά πίσω από τα κάγκελα της Πανεπιστημίου, γυρνώντας το κεφάλι μου πότε από εδώ πότε από εκεί, ψάχνοντας διαρκώς στην ατμόσφαιρα τη μυρωδιά της ανθισμένης νερατζιάς. Παρατηρούσα με χαρά πρωτόγνωρη τα κτήρια, τις κρυφές αυλές, την πρασινάδα στα μπαλκόνια και τα περίτεχνα ρόπτρα στις πολυτελείς εξώπορτες. Γνώριζα τους δρόμους σαν την παλάμη μου κι όμως μου μοιάζαν όλα νέα.

Πλησίαζα στο σπίτι του θείου, όταν το μάτι μου πήρε στην άκρη του δρόμου κάτι τετράγωνο και γυαλιστερό, να στέκεται στο ρείθρο του πεζοδρομίου κοιτώντας, θα’ λεγε κανείς, την οδό Σέκερη. Έριξα μια ματιά γύρω μου κι ύστερα έσκυψα και το πήρα στο χέρι μου. Η επιφάνειά του ήταν κρύα και σκληρή. Στάθηκα κάτω από μια λάμπα και το περιεργάστηκα. Ήταν ένα σλάιντ. «Τι περίεργο», σκέφτηκα. «Κάποιος το έχασε». Το σήκωσα ψηλά, προς το φως, για να το δω καλύτερα. Στο κέντρο της φωτογραφίας μπορούσα να δω δύο μεγάλα, λευκά λουλούδια με πράσινα φύλλα. Πρέπει να βρίσκονταν επάνω σε κάποιο τραπέζι, όμως το φόντο βρισκόταν εκτός εστίασης και δεν κατάφερα να ξεχωρίσω κάτι με σιγουριά. Τα δύο λευκά άνθη έμοιαζαν να ξεπηδούν από την κρύα επιφάνεια και ν’ ακτινοβολούν. Εκείνη τη στιγμή θα έπαιρνα όρκο πως μύριζαν κιόλας.

Έβαλα το πολύτιμο εύρημά μου στην τσέπη και σε λίγα λεπτά βρισκόμουν στην είσοδο του σπιτιού της Κικής.

«Πέρασε», μου είπε, «ο Ανέστης δεν έχει γυρίσει ακόμη».

Χωρίς να το σκεφτώ, έβγαλα το σλάιντ και της το έτεινα στην ανοιχτή μου παλάμη. Η Κική, χωρίς να απορήσει και με το παντοτινά ήρεμο βλέμμα της, το πήρε και μισόκλεισε τα μάτια για να κοιτάξει στο φως την εικόνα.

«Μανόλιες», είπε με μια ανεπαίσθητη ταραχή στη φωνή. «Στο σπίτι μου είχα μια μανόλια».

Σώπασε ύστερα κι εγώ μαζί της.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s