Ψυχρό και πλανητικό

«Αυτό είναι το φως του νου, ψυχρό και πλανητικό»

Σύλβια Πλαθ

Έσπρωξα την πόρτα του μπαρ με δύναμη και βγήκα στον δρόμο. Μύρισα το μανίκι μου. Τσιγάρο και ιδρώτας. Μικρά σταγονίδια από την ανάσα μου πλανήθηκαν στιγμιαία στην ατμόσφαιρα απελευθερώνοντας μια έντονη μυρωδιά αλκοόλ -ήταν τεκίλα. Πολλές τεκίλες. Σκέφτηκα τα χέρια που με άγγιζαν τόσην ώρα μες στην ομίχλη του μαγαζιού. Ένας από τη μέση, άλλος από το χέρι, ένας μου βούτηξε το στήθος, κάποιος άλλος έφερε την παλάμη του στο μάγουλό μου. Μια γυναίκα μου χάιδεψε τα μαλλιά, μια γριά με δερμάτινο παντελόνι και κατακόκκινο κραγιόν. Κάτω από τα νύχια μου υπάρχουν τσόφλια από φυστίκια και σάρκα και εκνευρίζομαι γιατί πασχίζω αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί. Και κοιτάζω πίσω μου, μήπως η σάρκα με ακολουθεί και φοβάμαι ότι κάποιος θα βγει από την ξύλινη πόρτα και θα με πιάσει πάλι, ίσως να με στριμώξει στον τοίχο, και θα με κυνηγήσει και θα με ρωτήσει «γιατί».

Βάζω τα χέρια στην τσέπη και βαδίζω γρήγορα προς το πάρκο με την καντίνα. Ίσως να φάω κάτι, γιατί η ώρα είναι τέσσερις το πρωί και έχω να φάω από χθες το μεσημέρι. Περνώ τον δρόμο κοιτώντας μόνο αριστερά, αν και τα αυτοκίνητα έρχονται από δεξιά, αλλά δεν με νοιάζει και μετά από δύο λεπτά δεν το θυμάμαι. Στις μύτες των ποδιών παραγγέλνω ένα «απ’ όλα» έξτρα καυτερό, πληρώνω κι έπειτα κάθομαι στο ρείθρο του πεζοδρομίου και τρώω με λαιμαργία. Μια παρέα αγοριών δεξιά μου ξερνάει τα ποτά των προηγούμενων ωρών. Ανακατεύονται και γελούν και τα κινητά τους χτυπάνε ασταμάτητα. Κάπου κάπου μου ρίχνουν μια ματιά και ψιθυρίζουν. Ίσως κάποιος απ’ αυτούς να μ’ έπιανε στο μπαρ. Αλλά δεν το θυμάμαι.

Αντί γι’ αυτό, η μνήμη μου γυρνάει σε περασμένα χρόνια. Θυμάμαι την Κική και τις σιωπές της, το συνομωτικό γαϊτανάκι μας και τη μεθυστική μυρωδιά γιασεμιού που ανέδιδε η επιδερμίδα της. Ένα βράδυ εμφανίστηκα σπίτι της γύρω στις οκτώ. Με είχε παρατήσει ένας παλιός γκόμενος και τα μάτια μου ήταν κόκκινα από το κλάμα. Δεν ήθελα να γυρίσω στο δικό μας διαμέρισμα, ήθελα πάση θυσία ν’ αποφύγω το βλέμμα της μάνας μου και το κήρυγμα για τις επιλογές μου. Όπως πάντα δεν μου μίλησε, αλλά μου έπιασε το χέρι και κάθισε αμίλητη κοντά μου. Δεν είπε λέξη, ούτε όταν με πιάσαν τα κλάματα κι έγειρα το κεφάλι μου στον ώμο της. Μπορούσα όμως να αισθανθώ το στήθος της ν’ ανεβοκατεβαίνει βίαια κι  ένιωθα τον σφυγμό της δυνατό και γρήγορο.

Η σάλτσα από το «βρώμικο» της Μαβίλη τρέχει τώρα στην άσφαλτο. Σκουπίζομαι όπως όπως με μια μικρή τετράγωνη χαρτοπετσέτα και καθώς περνώ το χέρι από το μάγουλό μου, ένας πόνος οξύς με τινάζει. Με τ’ ακροδάχτυλα αγγίζω το πρόσωπό μου. Τσούζει. Και στην χαρτοπετσέτα βλέπω μακριές λουρίδες αίματος.

Κοιτάζω πάλι τα νύχια μου και εκεί, στο πεζοδρόμιο, αρχίζω να τα δαγκώνω και να κόβω μικρά κομμάτια, όπως τότε που πήγαινα σχολείο. Τα φτύνω άσεμνα και προκλητικά στον δρόμο.

Αλλά νιώθω ζωντανή.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s