Πρωινό γυμνασίου

Για έξι γυμνασιακά και λυκειακά χρόνια άνοιγα εγώ τα παράθυρα της τάξης το πρωί. Η μάνα μου δεν είχε την άνεση να με πηγαίνει στο σχολείο λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι, ήθελε τουλάχιστον μία ώρα δρόμο για τη δουλειά, έτσι κάθε πρωί στις επτά και μισή έσπρωχνα την καγκελόπορτα του γυμνασίου μόνη και αγουροξυπνημένη από τον ύπνο στο αυτοκίνητο.

«Αυτά έχουν τα ιδιωτικά σχολειά», έλεγε η μαμά της γειτόνισσάς μου της Πέπης που είχε πάρει την κόρη της νωρίς νωρίς από ένα -γεμάτο πλουσιόπαιδα- κτήριο του Παλαιού Ψυχικού.

Οι διάδρομοι νωρίς το πρωί ήταν σκοτεινοί και οι τάξεις είχαν μια μυρωδιά υγρασίας και τριμμένης κιμωλίας. Η τάξη μου βρισκόταν στον πρώτο όροφο, στη μέση περίπου ενός τεράστιου διαδρόμου, στο τέλος του οποίου υπήρχε μια μικρή σκάλα που οδηγούσε στην καντίνα. Στις επτά και μισή ο επιστάτης είχε ανάψει μονάχα ένα φως, μακριά, έξω από την τελευταία πόρτα πριν τη σκάλα. Έτσι που, αν κοιτούσες πίσω από την τάξη μου, δεν έβλεπες παρά σκοτάδι, το οποίο που και που έσπαζε μια αχτίδα ήλιου που έμπαινε από κάποιο σπασμένο παραθυρόφυλλο.

Έμπαινα, λοιπόν, στην κρύα και άδεια αίθουσα, άφηνα την τσάντα μου δίπλα στο θρανίο -καθόμουν πάντα στο δεύτερο- , αλλά δεν άνοιγα αμέσως τα παράθυρα. Είχα την ψευδαίσθηση ότι έτσι ξεγελούσα την ώρα και την έκανα να μην περνά. Λες και ήμουν ακόμη στο σπίτι, κάτω από τα σκεπάσματα και το ξυπνητήρι δεν είχε χτυπήσει ακόμη. Φαντταζόμουν ότι ερχόταν κάποιος και μου έλεγε :»‘Ελα να φύγουμε, άσε το σχολείο, πάμε να κρυφτούμε κάπου και να κοιμηθούμε…»

Όμως ήξερα πως δεν επρόκειτο ποτέ να γίνει κάτι παρόμοιο, γι’ αυτό καθόμουν σε μια γωνιά με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν και λαγοκοιμόμουν κι αν είχε πολύ κρύο πήγαινα μπροστά από εκείνα τα κοντά και μακρόστενα καλοριφέρ και ζέσταινα τις γάμπες και τα χέρια μου.

Τα πατζούρια τα άνοιγα όταν έμπαινε στην τάξη η Ελένη, που ερχόταν πάντα δεύτερη, αλλά πολύ αργότερα από εμένα. Ύστερα από κει το σχολείο άρχιζε να ζωντανεύει, ήχοι ακούγονταν από τις  πιο μακρινές αίθουσες, οι φωνές των αγοριών πλημμύριζαν σιγά σιγά την αυλή, ένα υπόκωφο ντούπ ντούπ από πόρτες και μπάλες ποδοσφαίρου και παραθυρόφυλλα αφύπνιζαν το κτήριο σαν παιχνιδιάρικο γαργαλητό. Έτσι το σχολείο έπαυε να είναι κτίσμα, για να μεταμορφωθεί σε ζωντανό οργανισμό, γεμάτο όνειρα, φοβίες, έρωτες, φιλίες και απογοητεύσεις.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s