Κασσάνδρα (μέρος α)

«Όταν κάθομαι μπροστά στη θάλασσα, η μοναξιά μου μιλάει με τη φωνή σου».

Της το έγραψα σε μια στιγμή αδυναμίας και αμφιβάλλω αν ποτέ θα καταλάβει το κενό της απουσίας που άφησε στην ψυχή μου. Εύθραυστος όσο και δυνατός για λίγα δευτερόλεπτα, ένιωσα πως έπρεπε να πατήσω τα πλήκτρα πολύ γρήγορα, να της στείλω το μήνυμα πριν η λογική έρθει και συντρίψει το λυρισμό μου.

Εδώ κι ένα χρόνο γυρνούσα σαν χαμένος στην πόλη, είχα μάθει απέξω κάθε στενό σοκάκι, είχα επισκεφθεί κάθε κακόφημη γειτονιά, με μια περίεργη αίσθηση και μια άγρια χαρά να μου χαρίζουν έναν ατρόμητο εαυτό, τόσο ξένο σε μένα. Μάλλον με διασκέδαζε να θέτω τον νέο εαυτό μου σε κίνδυνο, και ο θάνατος που φαινόταν να με είχε ξεχάσει, με έκανε να φλερτάρω μαζί του σε κάθε μου βήμα. Είχα καταφέρει να τη βγάλω από το μυαλό μου για αρκετό καιρό. Ψάχνοντας τη λογική, κατέληγα καθημερινά μεθυσμένος σε ένα διαφορετικό σημείο της πόλης, παρέα με την απατηλή ευτυχία που μου χάριζε το οινόπνευμα. Οι σπουδές μου στη φιλοσοφία με έσπρωχναν να αναζητήσω τη ρίζα του προβλήματος, ενώ το μόνο που ήθελα ήταν να μη σκέφτομαι ούτε ποιος είμαι,ούτε πού πάω και κυρίως ποιος με έφερε εδώ. Δεν ήθελα να ξέρω το γιατί έφυγε η Κασσάνδρα, και το αν με αγάπησε ποτέ αρνήθηκα επίμονα να το σκεφτώ. Μια νύχτα ονειρεύτηκα πως μπροστά στα μάτια μου χόρευε μια φράση, που μου ήταν πολύ οικεία. Λες και είχε ζωή, σώμα, χέρια και πόδια την έβλεπα να απλώνεται μπροστά μου κοροϊδευτικά, να στροβιλίζεται, να διπλώνει και να ξεδιπλώνεται και πάνω απ’ όλα να ηχεί βαριά στα αφτιά μου:

«Με λάτρευε, ήταν ολοφάνερο. Άραγε με αγάπησε ποτέ πραγματικά;»

Ήταν ένα κομμάτι από τις Λέξεις του Σαρτρ, μια αλήθεια, ο κυνισμός της οποίας σε δεδομένη στιγμή με είχε σοκάρει και που τώρα δεν ήταν πια αντικείμενο φιλοσοφικής αναζήτησης, αλλά έμοιαζε με καθρέφτη της ζωής μου.

Μιας ζωής που ξεκίνησε πραγματικά τη στιγμή που είδα την Κασσάνδρα, πριν πέντε χρόνια, όταν ο πατέρας μου την έφερε στο σπίτι να φάμε μαζί, για να μου τη συστήσει, χαριτολογώντας, ως τη νέα του κατάκτηση. Μόλις της άγγιξα το χέρι μου κόπηκε η μιλιά και όταν την κοίταξα δεν την ερωτεύτηκα, αλλά ένιωσα μια βαθιά ντροπή, καθώς αισθάνθηκα τη ματιά της να με διαπερνά και να με διαβάζει. Ποτέ δε με εντυπωσίασε η ομορφιά της, ή μάλλον αυτό που οι περισσότεροι καλούν πλέον ομορφιά. Ο πατέρας μου, όσο γρήγορα τη γνώρισε, τόσο γρήγορα και χωρίς τύψεις την εγκατέλειψε για να συνεχίσει απτόητος τις περιπέτειες του με το ωραίο φύλο και η ιστορία θα τελείωνε εκεί αν δεν τη συναντούσα τυχαία ένα καλοκαιρινό βράδυ στην πλατεία Συντάγματος.

Φαινόταν ιδρωμένη και ταλαιπωρημένη, κουβαλούσε μια πλαστική τσάντα γεμάτη βιβλία και με το ένα της χέρι έψαχνε κάτι στην τσέπη του παντελονιού της. Τη βρήκα πιο όμορφη και πιο νέα από ό,τι τη θυμόμουν. Αν και κουρασμένη, το πρόσωπό της είχε μια λάμψη ακαταμάχητη. Κάθισα λίγο μακριά της παρακολουθώντας τις νευρικές της κινήσεις που μου φάνηκαν χαριτωμένες και αστείες. Την πλησίασα και της πρόσφερα τσιγάρο.

«Αυτό ψάχνεις;» της είπα, με μιαν αυτοπεποίθηση που άγγιζε τα όρια του γελοίου.

Πρέπει να δυσκολεύτηκε να με αναγνωρίσει, καθώς τα μαλλιά μου είχαν μακρύνει αρκετά από την τελευταία φορά που με είχε δει και είχα τουλάχιστον δύο εβδομάδες να ξυριστώ. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως ήταν έτοιμη να το βάλει στα πόδια κι αυτό που την επανέφερε στην πραγματικότητα ήταν το βλέμμα μου.

«Στάθη; Εσύ είσαι; Έχεις αλλάξει πολύ», μου χαμογέλασε.

«Λοιπόν;»

«Τι λοιπόν;»

«Θέλεις τσιγάρο ή όχι;»

Έτσι νομίζω πως ξεκίνησε η σχέση μας, με αυτόν τον αμήχανο και χαζό διάλογο. Τσιγάρο δεν ήθελε, το εισιτήριο του λεωφορείου που είχε αγοράσει το πρωί αναζητούσε. Εκείνο το βράδυ κανείς από τους δυο μας δεν γύρισε σπίτι. Περπατήσαμε μιλώντας μέχρι το ξημέρωμα, φάγαμε μπακαλιάρο στην Πλάκα, ήπιαμε κρασί στη Βουλής, της αγόρασα ένα μπουκέτο ηλιοτρόπια από τον πλανόδιο της Ερμού και καταλήξαμε ψόφιοι και ελαφρώς μεθυσμένοι στους πρόποδες της Ακρόπολης. Έμαθα πως ήταν δασκάλα και γυρνούσε την Αθήνα για να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα σε κάτι κακόμοιρα παιδιά τρελαμένων μανάδων, που ανάγκαζαν τα βλαστάρια τους να κάνουν φροντιστήριο από τη δευτέρα δημοτικού. Ασφυκτιούσε στην Αθήνα και ονειρευόταν τη μέρα που θα έβρισκε το θάρρος να τα παρατήσει όλα και να ζήσει κοντά στη θάλασσα. Ήθελε να γράψει ένα βιβλίο,λέει, το σκεφτόταν εδώ και χρόνια.

«Ψάχνω την τέλεια φράση, καταλαβαίνεις; Την πρώτη φράση του βιβλίου μου. Όταν τη βρω θα είμαι ευτυχισμένη».

(συνεχίζεται…)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s