Κασσάνδρα (μέρος β)

«Ψάχνω την τέλεια φράση, καταλαβαίνεις; Την πρώτη φράση του βιβλίου μου. Όταν τη βρω θα είμαι ευτυχισμένη».

Περάσαμε έτσι πολλές νύχτες, αναζητώντας μιαν αρχή κι έτσι, σιγά σιγά δεθήκαμε σε σημείο που να μην μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς την Κασσάνδρα. Ήμουν τόσο βυθισμένος στις φροντίδες της και τόσο απορροφημένος στη λήθη της προσωπικής μου ευτυχίας που, τώρα που κοιτάζω πίσω, συνειδητοποιώ πως έφτανα να την παραμελώ. Με τον καιρό έγινε σκεπτική, το μυαλό της ξέφευγε, της μιλούσα και ένιωθα πως δεν ήταν εκεί. Αυτή η λάμψη στα μάτια της δεν έφτανε πια μέσα μου. Πάνω στο γραφείο είχε σωρούς χαρτάκια όπου σημείωνε σκέψεις, φράσεις, συναισθήματα. Αυτά που άλλοτε μοιραζόταν μαζί μου, τώρα τα κρατούσε για τον εαυτό της. Μέρα με τη μέρα καταδυόταν όλο και περισσότερο στα βάθη της χωρίς να παίρνει ανάσα. Κι εγώ ζήλευα.

«Σε αγαπώ, ξέρεις», έλεγα συχνά.

«Το ξέρεις, έτσι;» επαναλάμβανα σαν παιδί.

Μου έλεγε πως το ήξερε και πάλι χανόταν. Καθόμασταν στο μπαλκόνι του σπιτιού μου πίνοντας καφέ, εκείνη διόρθωνε γραπτά κι εμένα με έτρωγε η αγωνία, καθώς την έβλεπα να λαχταρά νέες εμπειρίες. Έκαιγε μέσα της μια φωτιά και δεν ήξερε τι να κάνει για να λυτρωθεί. Απομακρύνθηκε από όλους τους φίλους μας, οι βόλτες στην Πλάκα και οι συζητήσεις μας δεν τη συγκινούσαν πια.

Την παρακάλεσα, έκλαψε, αγαπηθήκαμε και πάλι για λίγο και το επόμενο πρωί έφυγε φορώντας τη γαλάζια μπλούζα που της είχα χαρίσει και παίρνοντας μαζί όλα της τα χαρτάκια. Μόνο εμένα άφησε πίσω της, να νομίζω πως θα ξαναγυρίσει. Όπως διαπίστωσα αργότερα, σε κανέναν δεν είχε πει πού θα πήγαινε . γονείς, αδέρφια, φίλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό όταν τους είπα πως με άφησε. Σκέφτηκα να πάω στην αστυνομία, μέχρι και σε αυτές τις εκπομπές της τηλεόρασης, όπου ξετρυπώνουν ανθρώπους που δεν θέλουν να βρεθούν. Ευτυχώς, το γράμμα της με γλίτωσε από αυτό το τελευταίο.

Στο φάκελο δεν είχε βάλει διεύθυνση, όμως το γραμματόσημο δήλωνε Αγγλία. Της ταιριάζει, σκέφτηκα. Θα πηγαίνει με το γκρίζο χρώμα των ματιών της. Το άνοιξα, ελπίζοντας πως θα διαβάσω μια απολογία, μια ελεγεία της αγάπης που ζήσαμε, γραμμένη σε φύλλα μουσκεμένα από τα δάκρυα. Αντί γι’ αυτό πήρα μια σελίδα δακτυλογραφημένη, με λίγες μόνο κουβέντες και ίχνος δακρύων κανένα.

«Στάθη,

είμαι καλά, μην ανησυχείς για μένα. Βρήκα την προσωπική μου ηρεμία κι ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα. Το κρύο που κάνει εδώ μου ζεσταίνει την καρδιά περισσότερο από τη ζέστη της Αθήνας. Μη με αναζητήσεις, σε παρακαλώ. Αν θελήσεις να επικοινωνήσεις μαζί μου, σου στέλνω μονάχα το μέιλ μου.

Τη φράση μου ακόμα την ψάχνω.»

Αυτό ήταν, λοιπόν. Όσο κι αν φώναξα, φυσικά δε με άκουσε κανείς. Από τη στιγμή που διάβασα το γράμμα της αποφάσισα να την ξεχάσω και κρατούσα τον εαυτό μου με νύχια και με δόντια να μην της στείλω εκατομμύρια μηνύματα παρακαλώντας τη να γυρίσει. Έτσι κατέληξα να γυρνώ από δω κι από κει, μεθυσμένος, και με την ψυχή στα πόδια. Πέρασα από όλα τα μέρη που περπατήσαμε μαζί, μόνο και μόνο για να απομυθοποιήσω τις στιγμές που ζήσαμε και να μπορέσω και πάλι να ζήσω. Στην ελληνική μυθολογία, ο θεός Απόλλωνας έδωσε στην Κασσάνδρα το χάρισμα της μαντικής, με αντάλλαγμα τον έρωτά της. Δε ξέρω γιατί η δική μου Κασσάνδρα με άφησε. Η εσωτερική μου πάλη με οδήγησε στο να της στείλω μονάχα μία φράση, που ελπίζω να είναι το τελευταίο πράγμα που της χαρίζω από την ψυχή μου.

«Όταν κάθομαι μπροστά στη θάλασσα, η μοναξιά μου μιλάει με τη φωνή σου»

Θα τη σημειώσει σ’ ένα από τα χιλιάδες χαρτάκια της κι ύστερα θα την ξεχάσει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s