Μεταξύ συρμού και αποβάθρας

Φτάνοντας στον σταθμό η φωτεινή επιγραφή έδειχνε έντεκα λεπτά.

«Σάββατο», σκέφτηκα.

Ακούμπησα κάτω το γκρίζο σακίδιο με τα βιβλία και δίπλα την καφέ χάρτινη σακούλα με το παλιό πράσινο παντελόνι που πήρα το πρωί από τη μοδίστρα. Ο καιρός έχει αρχίσει να ψυχραίνει και βγαίνοντας από το σπίτι είχα φορέσει το ελαφρύ γαλάζιο μου πουλόβερ. Ύστερα από δέκα λεπτά περπατήματος ο ιδρώτας είχε αρχίσει να υγραίνει τα μαλλιά στο σβέρκο μου και στις μασχάλες είχα τώρα δύο μεγάλους λεκέδες. Συγκρατώντας το σακίδιο και τη σακούλα ανάμεσα στα πόδια μου, έβγαλα το πουλόβερ και σαν κουβάρι το έχωσα στην τσάντα. Ξεφυσώντας βρήκα στην τσέπη του τζιν το μαύρο λαστιχάκι για τα μαλλιά και με δυο κινήσεις τα έπιασα σε μια βολική αλογοουρά (πόσο είχα γελάσει όταν άκουσα για πρώτη φορά από τα χείλη της μαμάς αυτή τη λέξη!). Πάνε οι μπούκλες που τόση ώρα σχημάτιζα με το σίδερο Φίλιπς μπροστά στον καθρέφτη, δε βαριέσαι.

Εννέα λεπτά.

Ο κόσμος γύρω μου μιλούσε έντονα, μια παρέα κοριτσιών είχε φορέσει «τα καλά» της και χαχάνιζε, μια χούφτα εφήβων περνούσε μπροστά τους σε αργή κίνηση, με τα χέρια στην τσέπη και τα μάτια υγρά από τον ενθουσιασμό. Στ’ αφτιά μου έπαιζε από το πρωί ένα ποπ τραγούδι της δεκαετίας του ογδόντα και μουρμουρίζοντας τη μελωδία του προσπαθούσα να καταλάβω ποιό ήταν. Μου θύμιζε πάρτυ, κοριτσάκια με κοντές πλισέ φούστες που ανοίγουν σαν ομπρέλες στον αέρα, φαρδιά πουκάμισα και παρδαλές τιράντες, χαμόγελα ευτυχίας και μάτια ορθάνοιχτα. Δέρμα απαλό, μαλλιά πλεγμένα σε κοτσίδα γαλλική, χάρτινα πιατάκια με μεγάλα κομμάτια τούρτας σοκολάτα-φράουλα.

Εφτά λεπτά.

Χώθηκα πίσω από τη μεγάλη κολόνα κι ακούμπησα την πλάτη στον τοίχο. Στα δεξιά μου ο χάρτης του μετρό πίσω από γυάλινη βιτρίνα, ευθεία μπροστά μου η σκάλα με τα ένα, δύο, τρία… τριάντα σκαλοπάτια. Την περισσότερη ώρα κοιτούσα κάτω, τη σακούλα ανάμεσα στα πόδια. Ο αέρας εκεί πίσω ήταν καθαρός, δεν μύριζε ούτε ιδρώτα, ούτε γυναικεία αρώματα που ζαλίζουν, ούτε ανδρική κολώνια να μου θυμίζει τον μπαμπά μου.

Πέντε λεπτά, ο χρόνος περνάει αργά.

Από εδώ που κάθομαι η φωτεινή επιγραφή δεν φαίνεται. Δεν με νοιάζει.

Αναπνέω βαθιά την υγρασία που έρχεται από πάνω και κλείνω τα μάτια. Τέτοια μυρωδιά -ζεστού πλαστικού- είχαν εκείνα τα καλάθια με τις μπαλίτσες στο παιχνιδάδικο που πηγαίναμε με τη μαμά τα Σάββατα. Άρωμα ευτυχίας και ευλογημένης άγνοιας. Εδώ και μέρες προσπαθώ να ζήσω ξανά μερικές στιγμές του τότε. Για λίγο. Με νύχια και με δόντια προσπαθώ να πέσω για ύπνο όπως  τα βράδια εκείνων των ετών, με το καθαρό μυαλό, με τα υγρά από τον ενθουσιασμό μάτια, με τα κόκκινα μάγουλα από την έξαψη του παιχνιδιού.

«Η γνώση θα σε απελευθερώσει», μου λέγαν οι δασκάλες. Μόνο που ποτέ δε μου ‘παν από τι. Τώρα όλα αυτά που έμαθα μοιάζουν να έχουν εγκατασταθεί σ’ αυτή τη βαθιά ρυτίδα που έχω ανάμεσα στα φρύδια και λερώνει το μέτωπό μου.

Ακούω το τρένο να έρχεται. Το τραγούδι ακόμη παίζει στ’ αφτιά μου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s