Φροντιστήριο

Με τους συμμαθητές μου από το φροντιστήριο είχαμε την περίεργη συνήθεια να πετάμε κομμάτια κιμωλίας από το μπαλκονάκι του δευτέρου ορόφου στον δρόμο. Την ώρα του διαλείμματος, ύστερα από την κουραστική ώρα των Αρχαίων και πριν την Έκθεση, βγαίναμε δύο-δύο έξω, με τις χούφτες γεμάτες μικρά άσπρα κομματάκια, και χαζεύαμε τους περαστικούς. Η πλατεία Κάνιγγος απλωνόταν κάτω από τα πόδια μας, γκρίζα και θορυβώδης. Κάθε τόσο περνούσαν τα τρόλεϊ από τη στάση, φόρτωναν κόσμο, έκλειναν ύστερα τις πόρτες μ’ εκείνο τον χαρακτηριστικό τους ήχο κι έπειτα εξαφανίζονταν στη στροφή της οδού Ακαδημίας. Μάθημα είχαμε τα απογεύματα συνήθως, μετά τις τέσσερις, εκτός από τα Σαββατοκύριακα που -καμιά φορά για κακή μας τύχη- αναπληρώναμε το πρωί τις χαμένες λόγω απεργιών ώρες.

Η τάξη μας ήταν μικρή, με λευκούς τoίχους και κάτι μεγάλα μοβ θρανία, που χωρούσαν δύο ή και τρεις μαζί. Επάνω, στο ταβάνι υπήρχαν εκείνες οι λευκές μακρόστενες λάμπες, που έμοιαζαν με τις αντιστάσεις στην ψηστιέρα της γιαγιάς μου. Δεν μπορούσα να μη σκέφτομαι ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν τάξη αυτό εκεί, αλλά φούρνος, που μας έψηνε και μας τσουρούφλιζε. Ένας καθηγητής Λογοτεχνίας θα έλεγε «είστε σαν τον πηλό, εμείς εδώ σας πλάθουμε και σας ψήνουμε, για να ‘στε έτοιμοι για τη ζωή».

Αλλά ο δικός μας δεν ήταν έτσι. Δεν είχε ούτε ποιητικό βλέμμα, ούτε ο νους του ξέφευγε σαν της φιλολόγου στο σχολείο, ούτε απήγγειλλε στίχους του Ελύτη κοιτώντας το κενό. Ο κύριος Σπίτογλου ήταν αυτό που θα ΄λεγε κανείς «άξεστος». Κυκλοφορούσε στους χώρους του φροντιστηρίου μ’ ένα καρό πουκάμισο, το μισό πάντοτε μέσα στο παντελόνι και το άλλο μισό να κρέμεται, με αρβύλες από τον στρατό και ένα ζευγάρι χοντρά κοκκάλινα γυαλιά, που κάθε τόσο τα έσπρωχνε με τον αντίχειρα πιο πάνω στη μύτη. Δεν ήταν μεγάλος, τον υπολόγιζα γύρω στα σαράντα. Τα μαλλιά του όμως ήταν γκρίζα στο μεγαλύτερο μέρος τους, κατσαρά και τις περισσότερες φορές λιγδωμένα. Είχε πάντοτε λίγα γένια, σαν να μην είχε προλάβει να ξυριστεί μέχρι τέλους. Ήταν ο μόνος από τους καθηγητές μας τον οποίο δεν είχε ερωτευτεί η Ντένια, εκείνη η συμμαθήτριά μου που αναστέναζε κάθε τρεις και λίγο αναφωνώντας «δεν μπορώ!», κάνοντας αέρα με την παλάμη της. Ο Σπίτογλου εκτός των άλλων ήταν και μισογύνης. Δεν ανεχόταν κανενός είδους αδυναμία από τις κοπέλες κι όποτε αντιλαμβανόταν μια υποψία κολακείας ύψωνε την μπάσα φωνή του: «Δεν πας να πλύνεις κάνα πιάτο λέω εγώ;».

Πετούσαμε, λοιπόν, στα διαλείμματα κιμωλίες από το μπαλκόνι, με προσοχή πάντα για να μη μας πάρει είδηση κανένα μάτι. Η Ιωάννα έβαζε στόχο τους γέρους, εγώ τα ψώνια και ο Κώστας βαρούσε ανεξαιρέτως. Ευτυχώς φροντίζαμε να κόβουμε τις κιμωλίες σε πολύ μικρά κομματάκια, έτσι κανένας πληγωμένος περαστικός δεν είχε ανέβει να παραπονεθεί στη διεύθυνση. Οι περισσότεροι θα νόμιζαν πως ήταν ιδέα τους. Άλλωστε ήταν όλοι τους πάντοτε τόσο βιαστικοί.

Χαζογελούσαμε ευτυχισμένοι εκείνο το απόγευμα του Δεκεμβρίου. Είχαμε μάλλον πετύχει στο δόξα πατρί έναν «χαρτογιακά», όπως αποκαλούσε ο Κώστας τους κουστουμαρισμένους επαγγελματίες με τα καλοχτενισμένα μαλλιά και τον χαρτοφύλακα. Η Ιωάννα είχε διπλωθεί στα δύο από το γέλιο κι εγώ είχα τρέξει στην τουαλέτα, γιατί είχα κοκκινίσει ολόκληρη από την έξαψη κι ήθελα να ρίξω νερό στο πρόσωπό μου.

Άκουσα τις φωνές πίσω από την κλειστή πόρτα του μπάνιου: «Θα σας κάνω μήνυση! Παραλίγο να μου βγάλουν το μάτι οι μαθητές σας, δείτε εδώ». Κατάλαβα πως κρατούσε ένα κομματάκι κιμωλίας και το έδειχνε σε κάποιον. Τη βάψαμε, σκέφτηκα και μεμιάς μου κόπηκε το γέλιο. Τώρα θα καλούσαν τη μάνα μου, ο πατέρας μου θα με κατσάδιαζε, θα με χώριζαν από τους φίλους μου. Τότε άκουσα μια φωνή, απαλή και ήρεμη, να καθησυχάζει τον εξαγριωμένο «χαρτογιακά». Αυτός ο άνθρωπος μιλούσε τόσο αργά και μειλίχια, μας δικαιολογούσε μ’ ένα τρόπο που δεν άφηνε περιθώρια για αντίλογο. Ποιος ήταν αυτός ο καθηγητής; Νόμιζα πως τους γνώριζα όλους εκεί μέσα. Άνοιξα μια χαραμάδα στην πόρτα της τουαλέτας και τον είδα: ήταν ο άξεστος ο Σπίτογλου. Με την άκρη του ματιού είδα τους συμμαθητές μου στην άλλη άκρη του διαδρόμου να κρυφακούν κι εκείνοι. Λίγα λεπτά αργότερα ο τύπος είχε φύγει και το κουδούνι σήμαινε την επιστροφή στις τάξεις. Είχαμε Λογοτεχνία.

Ο Σπίτογλου μπήκε μέσα αργά, κοιτώντας μας έναν προς έναν στα μάτια. Κάθισε στην καρέκλα του και δεν έβγαλε μιλιά. Τρία τέταρτα καθόταν εκεί και μας κοιτούσε. Πρώτη μίλησε η Ιωάννα, λίγο πριν τελειώσει η ώρα:

«Συγγνώμη»

Οι υπόλοιποι τη μιμηθήκαμε ντροπιασμένοι.

Την επόμενη εβδομάδα η Ντένια αναστέναζε πιο δυνατά όταν περνούσε δίπλα της ο Σπίτογλου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s