Το μπισκοτάκι της τύχης

Θα ήμουν γύρω στα δώδεκα, όταν ανακάλυψα την κινέζικη κουζίνα.

Η Μαρία, η φίλη της μαμάς που ήταν ψαγμένη, μας κάλεσε μια μέρα στο σπίτι της για φαγητό προειδοποιώντας ότι θα παραγγέλναμε απ’ έξω. Κόντευαν Χριστούγεννα και ο καιρός ήταν ψυχρός και βροχερός. Η μονοκατοικία της Μαρίας στην Κηφισιά ήταν το καταλληλο μέρος για να περάσει κανείς μια βραδιά δίπλα στο τζάκι, με καλή παρέα και τα τελευταία νέα από τον καλλιτεχνικό κόσμο. Από τότε που τη γνώρισα, η Μαρία ζούσε μόνη της. Είχε έναν αδερφό με τον οποίο σπάνια μιλούσε, αλλά για τους γονείς της κανείς δεν ήξερε, πόσω μάλλον εγώ.

Κατά καιρούς φιλοξενούσε στο σπίτι της διάφορες φίλες, πάντοτε πολύ όμορφες γυναίκες, ποτέ Ελληνίδες. Η πιο εντυπωσιακή ήταν η Λάουρα, μια Ισπανίδα χορεύτρια φλαμένκο, την οποία -όπως μας είπε- την είχε γνωρίσει οταν σπούδαζε αρχιτεκτονική στο Μπιλμπάο. Η Λάουρα δεν μιλούσε βέβαια ελληνικά, ήξερε μονάχα μερικές λέξεις όπως «καλημέρα» ή «καλησπέρα» και ορισμένες βρισιές, τις οποίες επιμελώς έκρυβαν οι γονείς μου από τα παιδικά μου αφτιά. Κυκλοφορούσε με μια φαρδιά τσιγγάνικη φούστα κι από πάνω φορούσε συνήθως μονόχρωμες μπλούζες που άφηναν ακάλυπτο το μεγαλύτερο μέρος της πλάτης. Μια μέρα την έπιασα ν’ αλλάζει με μισάνοιχτη την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, καθώς μιλούσε χαμηλόφωνα με τη Μαρία. Έμεινα κολλημένη στον τοίχο, κρατώντας την αναπνοή μου. Το σώμα της είχε ένα χρώμα σκούρο, σαν μαυρισμένο από τον ήλιο. Όταν έβγαλε την μπλούζα της είδα πως δεν φορούσε σουτιέν. Στο κάτω μέρος του στήθους είχε μια πλατιά καφέ ελιά. Πριν εξαφανιστώ -γιατί άκουσα φωνές- είδα τη Μαρία να περνά πίσω της και να τη φιλά στον ώμο.

Μετά τη Λάουρα ήρθαν η Όλγα, η Σοφία, η Φεντερίκα, όλες παλιές γνώριμες της Μαρίας από τα φοιτητικά χρόνια.

Την ημέρα που μας κάλεσε στο σπίτι της, ήταν μόνη. Ήθελε, λέει, να μας ανακοινώσει κάτι, γι’ αυτό κερνούσε φαγητό. Την αφήσαμε να παραγγείλει ό,τι ήθελε, άλλωστε οι γονείς μου δεν ήξεραν και πολλά από την ασιατική κουζίνα. Θα κατέβαινε στο κινέζικο μαγαζί που είχε ανοίξει στον παρακάτω δρόμο, για να μιλήσει αυτοπροσώπως με τον κύριο Λι, που είχε γίνει φίλος της.

«Ελένη, θέλεις να έρθεις μαζί μου;», μου πρότεινε και δέχτηκα αμέσως.

Φόρεσα το μπουφάν μου κι εκείνη τυλίχτηκε μ’ ένα πολύχρωμο παλτό. Μ’ έπιασε από το χέρι και περπατήσαμε μαζί ως το μικρό κόκκινο μαγαζάκι με την περίεργη επιγραφή. Φτάνοντας απέξω μύριζε θεσπέσια. Η μυρωδιά μου θύμιζε κοτόπουλο μαζί με μέλι και λουκουμά, ψητά λαχανικά και κάτι άλλο, απροσδιόριστο. Στιγμιαία έκλεισα τα μάτια και πήρα βαθιά ανάσα.

«Είδες μικρή μου; Που να δοκιμάσεις κιόλας…» αναφώνησε γελώντας.

Με τράβηξε και μπήκαμε μέσα. Ο διάκοσμος με γοήτευσε. Κόκκινες γιρλάντες, βαριά ξύλινα τραπέζια, χρυσά γράμματα, τεράστιες τοιχογραφίες με πολύχρωμους δράκους κι ένα παχύ βελούδινο χαλί υποδέχονταν τους πελάτες. Μοναδικές πηγές φωτός ήταν τα χάρτινα φαναράκια που κρέμονταν από το ταβάνι. Η Μαρία μου είπε να καθίσω κάπου και να την περιμένω, όση ώρα εκείνη θα κανόνιζε το φαγητό στην κουζίνα. Έβγαλα το μπουφάν και το κρέμασα σε μια καρέκλα. Είχε τόσα πολλά πράγματα εκεί μέσα, που ήθελα να τα εξερευνήσω ένα προς ένα. Άρχισα να περπατώ ανάμεσα στα τραπέζια αγγίζοντας με προσοχή ό,τι τραβούσε το βλέμμα μου: μαντεμένιες τσαγέρες, ποτηράκια από πορσελάνη με μπλε σχέδια, μακριά πράσινα μπαμπού μέσα σε ψηλά βάζα, δράκους και πουλιά με χιλιάδες χρώματα. Περνούσα το δάχτυλο πάνω από τα ανάγλυφα ιδεογράμματα στον τοίχο και προσπαθούσα να μαντέψω τι σήμαιναν.

Ξαφνικά η μύτη μου έπιασε μια υπέροχη γλυκιά μυρωδιά, η οποία μάλλον ερχόταν από την κουζίνα. Ένιωσα ένα γαργαλητό στην κοιλιά και μια ανατριχίλα διαπέρασε την σπονδυλική μου στήλη. Το στόμα μου άρχισε να υγραίνεται από το σάλιο και κατάλαβα πως δεν μπορούσα να μην την ακολουθήσω. Περπατούσα αργά, μυρίζοντας την ατμόσφαιρα. Βγήκα από τη σάλα και βρέθηκα να περπατώ σ’ ένα σκοτεινό διάδρομο. Η μυρωδιά γινόταν όλο και πιο έντονη όσο πλησίαζα σε μια μισάνοιχτη πόρτα. Κοίταξα από το άνοιγμα και είδα δυο ζευγάρια χέρια. Αναγνώρισα αμέσως το δαχτυλίδι της Μαρίας. Με την ανάστροφη του χεριού χάιδευε το μπράτσο μιας νεαρής κοπέλας με μακριά μαύρα μαλλιά που έπεφταν ολόισια στους ώμους της. Για λίγη ώρα δεν μιλούσαν. Όταν ακούστηκε μια λέξη έτρεξα ξανά στη σάλα.

Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκαν και οι δύο. Η νεαρή Κινέζα κρατούσε μια σακούλα με φαγητά, την οποία παρέδωσε στην Μαρία λέγοντας κάτι στη γλώσσα της. Την κοιτούσα με ανοιχτό το στόμα: φορούσε ένα φόρεμα μαύρο μεταξένιο, στενό και μακρύ, με κοντά μανίκια και ελαφρώς ψηλό λαιμό. Από το στήθος και επάνω κούμπωνε με μια σειρά μικροσκοπικά κουμπάκια. Είχε τα τελευταία τρία ανοιχτά. Πριν ανοίξουμε την πόρτα για να φύγουμε, με τράβηξε από το μπράτσο και άπλωσε το χέρι της. Κρατούσε ένα μικρό μπισκοτάκι τυλιγμένο σε σελοφάν.

«Είναι το μπισκοτάκι της τύχης», μου ψιθύρισε η Μαρία, «άνοιξέ το και μέσα θα βρεις ένα μήνυμα».

Μέχρι σήμερα δεν το έχω ανοίξει. Το φυλάω σ’ ένα κουτί μαζί με άλλα αναμνηστικά. Φοβάμαι να το σπάσω, μήπως βρω μέσα μονάχα ένα «MADE IN CHINA».

Η Μαρία μου στέλνει κάθε μήνα ένα γράμμα από την Κίνα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s