Φαινόμενα

 Ο Άλκης ακούμπησε την πλάτη του στο δέντρο. Με το δεξί χέρι ρύθμισε τη βιντεοκάμερα στη νυχτερινή λειτουργία και περίμενε. Είχε βρει το σημείο πριν κάνα δυο μέρες, απομονωμένο, κρυφό και άνετο. Και το βασικότερο, με θέα στο παράθυρό της. Οι θάμνοι γύρω δεν επέτρεπαν να φανούν τα πόδια του και μπορούσε ακόμα, αν το ήθελε, να καθίσει και κάτω στο γρασίδι, αφήνοντας την κάμερα στο τρίποδο να γράφει μέσα από τις φυλλωσιές. Χαιρόταν που επιτέλους είχε πάρει την απόφαση να το κάνει. Το ‘χε γυρίσει και ξαναγυρίσει στο μυαλό του εκατοντάδες φορές από τότε που την πρωτοείδε, την είχε ακολουθήσει για κανένα χιλιόμετρο, όμως την τελευταία στιγμή είχε δειλιάσει, είχε μπει σ’ ένα λεωφορείο και την είχε κοπανήσει. Η τύχη θέλησε να ξανασυναντηθούν πριν μια εβδομάδα. Περίμεναν στην ίδια στάση.

Για τον Άλκη οι στάσεις αποτελούσαν τα «παρατηρητήρια» του. Και δόξα τω Θεώ η πόλη είναι γεμάτη από δαύτες. Μια μέρα που καθόταν και περίμενε, μόνος στα σκαλοπάτια μιας πολυκατοικίας, διέκρινε το καχύποπτο βλέμμα των περαστικών. Οι μαγαζάτορες έβγαιναν και του έριχναν κλεφτές ματιές κάθε τρεις και λίγο, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να «χαθεί» μέσα στο πλήθος. Και τότε του ήρθε η ιδέα. Γιατί να μη μετακινηθεί λίγο πιο κάτω, στο παγκάκι της στάσης; Από τότε έμαθε να γίνεται αόρατος. «Περιμένω», θα έλεγε, «…το λεωφορείο φυσικά, τι άλλο;». Οι άνθρωποι είχαν στο νου τους το μεταφορικό μέσο που θα ερχόταν και οι ομάδες των συγκεντρωμένων ατόμων κάθε τόσο ανανεώνονταν.

 Η Σοφία εμφανίστηκε στο παράθυρο της κουζίνας κρατώντας μια μικρή κατσαρόλα. Την άδειασε στο νεροχύτη και την άφησε στον πάγκο. Στο στόμα της είχε ένα κομμάτι ψωμί κι από το μορφασμό που έκανε, ο Άλκης κατάλαβε πως ήταν μπαγιάτικο. Είχε αφήσει αναμμένο το φως του δίπλα δωματίου και στη σκοτεινή κουζίνα το σώμα της περιβαλλόταν από μια λάμψη αχνή, σαν φωτοστέφανο. Έκανε ζουμ στα χέρια της. Του θύμιζαν έντονα κάποιον που ήξερε, δεν είχε όμως αποφασίσει ακόμα ποιον. Έσκυψε κάτω στην τσάντα του να πάρει ένα τσιγάρο. Όταν σηκώθηκε, η κοπέλα είχε χαθεί από το πλάνο.

Γύρισε την κάμερα πάνω στο τρίποδο, δεξιά – αριστερά, αρχικά στο σαλόνι και ύστερα στην κρεβατοκάμαρα, της οποίας έβλεπε μονάχα μια μικρή γωνία.

 «Εμένα ψάχνεις;»

 Η Σοφία στεκόταν τώρα πίσω του. Ο Άλκης λίγο έλειψε να καταπιεί το τσιγάρο που είχε στο στόμα. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη από το σάστισμα και τα δυο του χέρια είχαν κολλήσει στις τσέπες του φούτερ…

 «Λοιπόν; Ποιος είσαι; Κανένας ανώμαλος που τη βρίσκει να κοιτάζει μέσα από ξένα παράθυρα;»

 «Ο…όχι…δεν…»

 «Δώσε μου την κάμερα. Ό, τι έχεις τραβήξει, αλλιώς παίρνω την αστυνομία», γρύλισε η Σοφία.

 «Δεν είναι αυτό που… που νομίζεις», ψιθύρισε ο Άλκης, τρομοκρατημένος. Η κοπέλα φαινόταν εξαγριωμένη και ικανή για όλα. Έκανε χειρονομίες στον αέρα. Στα χέρια της πετάγονταν εδώ κι εκεί πράσινες, ανάγλυφες φλέβες. Κάρφωσε το βλέμμα του επάνω τους.

 «Τι κοιτάζεις ηλίθιε; Τις κασέτες, τώρα!»

 Δεν είχε άλλη επιλογή. Με το ένα χέρι και το τσιγάρο στα χέιλη τής έδωσε ό,τι υπήρχε μέσα στην τσάντα.

 «Σε παρακαλώ, μόνο, υποσχέσου μου πως θα τις δεις πριν τις πετάξεις.

 «Τώρα φύγε και να μην σε ξαναδώ να τριγυρνάς, γιατί την έβαψες».

 Η Σοφία πήρε τις κασέτες και την κάμερα και μπήκε στο σπίτι. Έκλεισε όλα τα παράθυρα, τράβηξε τις κουρτίνες και κάθισε στο σαλόνι. Έβαλε την πρώτη κασέτα: Πρωί, μια γυναίκα κατέβαινε από το λεωφορείο, το πρόσωπό της δεν φαινόταν. Από τα ρούχα η Σοφία κατάλαβε πως ήταν εκείνη. Ο κάμεραμαν την ακολουθούσε όπου και αν πήγαινε. Στο σούπερ μάρκετ, στο καθαριστήριο, στο περίπτερο όπου αγόρασε τσιγάρα προχτές το απόγευμα, στην καφετέρια όπου κάθισε για να ξεκουραστεί ύστερα απ’ τα ψώνια. Το πρόσωπό της δεν εμφανιζόταν σε καμία από τις σκηνές αυτές. Η κάμερα εστίαζε μονάχα στα χέρια της, που πάντοτε ήταν απασχολημένα: τη μια έστριβε τσιγάρο και κάτω από τα νύχια της είχε κομματάκια μαύρου καπνού, την άλλη αναζητούσε μέσα στην τσάντα το πορτοφόλι της, πλήρωνε, σήκωνε σακούλες και οι φλέβες της πετάγονταν, έξυνε το μπράτσο της ή τα έτριβε μεταξύ τους για να ξεμουδιάσουν.

 Η δεύτερη κασέτα ήταν παρόμοια: τα χέρια της Σοφίας ήταν μέσα στον νεροχύτη, έπλενε τα πιάτα φορώντας γάντια. Έπειτα τα τίναζε για να στεγνώσουν επειδή ήταν ιδρωμένα, πιο ύστερα ανακάτευε με τα ακροδάχτυλα τη σαλάτα, έκοβε ένα κομμάτι ψωμί και το μασουλούσε αργά καθώς έβλεπε τηλεόραση. Πιο κάτω τα δάχτυλά της ήταν βουτηγμένο στο χρώμα, έβαφε τον τοίχο στην κουζίνα. Κόκκινη μπογιά, σαν αίμα, έτρεχε από τον αντίχειρά της κι έφτανε μέχρι τον αγκώνα, καθώς σήκωνε το μπράτσο για να βάψει μια γωνία. Η Σοφία αποκοιμήθηκε στον καναπέ, παρακολουθώντας την τελευταία σκηνή και πάλι στην κουζίνα, λίγη ώρα πριν πιάσει τον τύπο στα πράσα.

 Ο Άλκης γύρισε στο σπίτι του με τα πόδια. Του πήρε τουλάχιστον δύο ώρες κι όταν έφτασε ήταν εξαντλημένος. Είχε χάσει και την κάμερα και τις κασέτες. Και επιπλέον είχε γίνει ρεζίλι στην κοπέλα. Είχε δίκιο, πώς να μην έχει; Έπρεπε να σταματήσει. Τώρα βέβαια θα αναγκαζόταν. Λεφτά για καινούργιο εξοπλισμό δεν είχε. Άνοιξε ένα μπουκάλι ουίσκι και κατέβασε το μισό σχεδόν με την πρώτη γουλιά.

 Πριν κοιμηθεί έβγαλε το τεχνητό χέρι του και το ακούμπησε στο κομοδίνο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s