Ντεπόν

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η Σούλα και η Αγαθή, με διαφορά μισής ώρας, έκλεισαν το τηλέφωνο και σωριάστηκαν σε μια καρέκλα, σχεδόν λιπόθυμες. Νωρίτερα την ίδια μέρα η φίλη τους η Μερόπη τους τηλεφώνησε ανάστατη, λέγοντας κάτι ασυναρτησίες, ότι την είχαν ματιάσει, ότι είχε ένα τρομερό πονοκέφαλο και δεν ήξερε τι να κάνει. Οι δύο ηλικιωμένες, παλιές φιλενάδες από το δημοτικό, ήταν ειδικές στο ξεμάτιασμα. Σ’ όλη την Καλλιθέα είχαν τη φήμη ότι τα ξόρκια τους έπιαναν. Εδώ που τα λέμε, τις περισσότερες φορές επενέβαιναν τη στιγμή ακριβώς που ξεκινούσε η δράση του Ντεπόν. Όπως και να ‘χει, η Μερόπη τις εμπιστευόταν απόλυτα, γι’ αυτό και τις σκέφτηκε αυτή τη δύσκολη ώρα. Για πρώτη φορά στη ζωή τους όμως, η Σούλα και η Αγαθή απέτυχαν στην προσπάθειά τους. Μάλιστα, το εν λόγω εγχείρημα, τις εξάντλησε τόσο πολύ που αδυνατούσαν να κουνηθούν ή να αρθρώσουν λέξη.

Η Μερόπη ήταν μια παραδοσιακή γιαγιά. Από τότε που πέθανε ο άντρας της, ο Υάκινθος, ζούσε μόνη της σ’ ένα διαμέρισμα, πολύ κοντά στο σπίτι της κόρης της. Μαγείρευε τα γεμιστά της, έφτιαχνε τις πίτες της, κακομάθαινε τον εγγονό της και τουλάχιστον μια φορά το μήνα κανόνιζε με τις φιλενάδες της βραδιές μπιρίμπας. Ήταν όμως και προοδευτική γιαγιά. Εδώ και λίγα χρόνια είχε εξοικειωθεί κάπως με τον παλιό ηλεκτρονικό υπολογιστή που της είχε δώσει ο εγγονός της, ήξερε να βρίσκει συνταγές στο Ίντερνετ και να μιλάει στο Σκάιπ με την ξαδέρφη της τη Βούλα από το Ιλλινόι. Τα μοναχικά βράδια στο σπίτι, όταν την έπιανε η νοσταλγία, άκουγε τραγούδια των Πλάτερς, που της θύμιζαν πάρτι στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα. Ήταν η μόνη από τις φίλες της που ήταν τόσο «μοντέρνα», αλλά δεν έκανε κουβέντα μπροστά τους γι’ αυτές τις απολαύσεις στις οποίες υπέκυπτε συχνά πυκνά. Δεν ήταν πρέπον για μια θεοσεβούμενη χήρα.

Η ζωή κυλούσε ήρεμα στη γειτονιά μέχρι τη μέρα που η Μερόπη βρήκε τρίχες και νύχια έξω από την πόρτα της. Μια μικρή μπάλα από πλεγμένες μαύρες τρίχες, ανάμεσα στις οποίες ήταν χωμένα κομματάκια νυχιών. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, πήρε σκούπα και φαράσι και πέταξε το αηδιαστικό πράγμα στα σκουπίδια. Σκόπευε να μιλήσει στην από πάνω που είχε το σκύλο. Αυτό το ζωντανό έφερνε συχνά στο σπίτι τέτοια περίεργα πράγματα. Δυο λεπτά αργότερα, όμως, την έπιασε ένας τρομερός πονοκέφαλος. Ξάπλωσε λιγάκι, έβαλε μια κρύα κομπρέσα στο μέτωπο, πήρε παυσίπονο, αλλά μια μέγκενη συνέχιζε να την πιέζει στους κροτάφους μέχρι το βράδυ.

Το επόμενο πρωί δεν είχε αλλάξει τίποτα, ούτε το μεθεπόμενο κι έτσι –αφού μεσολάβησε και το αποτυχημένο ξεμάτιασμα– πέρασαν τρεις ημέρες κατά τις οποίες η Μερόπη κυκλοφορούσε με μαύρα γυαλιά και καθόταν σπίτι με κατεβασμένα τα στόρια σε κατάσταση ημιθανή. Παρ’ όλη την αδιαθεσία της όμως, την Κυριακή πήγε στην εκκλησία. Καθώς κατέβαινε τις σκάλες για να γυρίσει σπίτι της, ένα χέρι την έπιασε από τον ώμο και της έτεινε ένα μικρό τετράγωνο χαρτάκι. Δεν είχε κουράγιο ούτε να αρνηθεί κι έτσι το πήρε δίχως κουβέντα από τα χέρια του Αφρικανού νεαρού, ο οποίος της χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο κι εξαφανίστηκε στην επόμενη γωνία. Πριν το βάλει στην τσέπη, διάβασε κάτι που την τάραξε. Δύο λέξεις ήρθαν και καρφώθηκαν στο μυαλό της και την έκαναν να ταχύνει το βήμα προς το σπίτι: όκουλους μάλους.

Το μεσημέρι, αφού τσίμπησε κάτι ελαφρύ, ξάπλωσε στον καναπέ, έβγαλε το χαρτάκι από την τσέπη και διάβασε: πνευματιστής, μέντιουμ, σύμβουλος. Κάπου, σε μια άκρη του μυαλού της, αναρωτήθηκε τι κάνει, αλλά συνέχισε. Ο πνευματιστής Ζομόι υποσχόταν προστασία από εχθρούς, διαμόρφωση του μέλλοντος, κατασκευή φυλαχτών, μαγνητισμό προσωπικότητας και όλα αυτά με μία μόνο επίσκεψη. Στην πίσω μεριά υπήρχε ένα περίτεχνο σχέδιο που παρίστανε κάτι σαν πετράδι περιτριγυρισμένο από μικρά ιερογλυφικά. Αν το κοίταζες από μακριά, σχημάτιζε ένα πρόσωπο. Είχε δύο κανονικά μάτια κι ένα τρίτο, στο μέτωπο. Σε μια γωνιά βρήκε αυτό που την ενδιέφερε: Σας έχουν κάνει μάγια; Έχω τη λύση.

Ο πνευματιστής είχε τηλέφωνο και ηλεκτρονική διεύθυνση. Αποφάσισε να ερευνήσει λιγάκι το θέμα και πήγε στον υπολογιστή. Πληκτρολόγησε αργά το όνομα του μάγου. Δεδομένης της απειρίας της, μπέρδευε πολύ συχνά τα γράμματα στο πληκτρολόγιο, οπότε –αν συνυπολογίσουμε και την ταραχή της– χρειάστηκαν δύο με τρεις προσπάθειες μέχρι να εμφανίσει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στην αρχή ένα λάθος γράμμα την οδήγησε σε σελίδες που προετοίμαζαν για την αποκάλυψη των ζόμπι. Παρείχαν συμβουλές για την αντιμετώπιση των –αιμοδιψών– ζωντανών νεκρών και παρουσίαζαν σε εικόνες την μετατροπή απλών οικιακών συσκευών σε όπλα εναντίον τους. Τις έκλεισε γρήγορα και αυτή τη φορά έγραψε σωστά το όνομα: Ζομ–ό–ι.

Ένα και μοναδικό ήταν το αποτέλεσμα. Σε μαύρο φόντο δέσποζε με κόκκινα γράμματα μία φράση: Αν είσαι σίγουρος, τηλεφώνησε. Κι από κάτω ο αριθμός τηλεφώνου που υπήρχε και στο χαρτάκι. Της Μερόπης δεν της γέμισε το μάτι η σελίδα, ένα σφίξιμο όμως στους κροτάφους την έκανε να αλλάξει γρήγορα γνώμη. Σήκωσε το ακουστικό και πήρε τον αριθμό. Δεν είχε προλάβει να χτυπήσει, όταν μια φωνή με βαριά ξενική προφορά απάντησε.

«… 270, τρίτος όροφος. Το σύνθημα είναι Σελίμ»

Η ώρα ήταν τέσσερις το απόγευμα. Ντύθηκε βιαστικά, έβαλε την καμπαρντίνα και τα μαύρα γυαλιά της σε μια πλαστική σακούλα και μόλις έστριψε τη γωνία τα φόρεσε, για να μην κινήσει υποψίες. Το λεωφορείο δεν άργησε να περάσει. Το κέντρο εκείνη την ώρα δεν είχε πολλή κίνηση.

Δυσκολεύτηκε λιγάκι να εντοπίσει το μέρος. Την είσοδο του 270 έκρυβαν δύο πλανόδιοι πωλητές μπαχαρικών. Χώθηκε αδέξια ανάμεσα στους πάγκους, παραμέρισε τις κρεμασμένες κόκκινες πιπεριές και τα αποξηραμένα κολοκυθάκια, βούτηξε κατά λάθος το χέρι της στο τσουβάλι με το κόκκινο πιπέρι, συνάντησε το άγριο βλέμμα του πωλητή, φταρνίστηκε από την έντονη μυρωδιά του κάρυ, αλλά τελικά κατάφερε να τρυπώσει. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Πήρε το ασανσέρ μέχρι τον τρίτο και χτύπησε το κουδούνι της μοναδικής πόρτας. Δεν απάντησε κανείς. Ξαναχτύπησε λέγοντας παράλληλα: Σελίμ. Ένα χέρι την τράβηξε μέσα.

Όταν βγήκε από το κτήριο είχε ήδη σκοτεινιάσει. Σκυθρωπή, μαζεμένη και λιγάκι μουδιασμένη, προχωρούσε τοίχο τοίχο σφίγγοντας την τσάντα της. Οι πλανόδιοι είχαν εξαφανιστεί, στη γωνία του δρόμου νεαρές κοπέλες με ανύπαρκτα φορέματα και βαριά φωνή ανταποκρίνονταν στα σφυρίγματα διερχόμενων αυτοκινήτων και σκοτεινά βλέμματα την παρατηρούσαν μέσα από μισάνοιχτα παράθυρα. Η Μερόπη ίδρωσε. Σταμάτησε ένα ταξί.

«…Καλλιθέα», ψέλλισε και κάθισε στο πίσω κάθισμα. «…Αλλά θα περιμένετε λιγάκι κάτω από το σπίτι, γιατί δεν έχω λεφτά, εντάξει;»

Ο ταξιτζής τη λυπήθηκε και συγκατένευσε.

Είκοσι λεπτά αργότερα, η Μερόπη βρισκόταν στον καναπέ της. Κοιτούσε το κενό. Σκεφτόταν τα τριακόσια ευρώ που της είχε βουτήξει ο Ζομόι, που τον έλεγαν τελικά Βάτελ ή Πάτελ ή Θανάση και βρωμούσε ιδρώτα και τηγανιτές πατάτες. Της είπε ένα σωρό πράγματα –δεν θυμόταν τίποτα– πέρασε τα χέρια του πάνω από το κεφάλι της μουρμουρίζοντας μαααμ ρα, μααααμ ρα και της έδωσε ένα φυλαχτό, το οποίο ήταν, λέει, φορτισμένο μέχρι τις 6 του επόμενου μήνα. Φυλαχτό με ημερομηνία λήξης. Ο πονοκέφαλος ήταν ακόμη εκεί.

Σηκώθηκε –τα πόδια της βαριά– και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Καθώς έβαζε ένα ποτήρι νερό, το μάτι της πήρε ένα πακετάκι στον πάγκο κι ένα σημείωμα. Ήταν από την Ελένη, την κόρη της.

«Μαμά, δεν σου είπα να ελέγχεις τα φάρμακά σου; Το Ντεπόν είχε λήξει εδώ και ένα χρόνο. Σου πήρα καινούργιο».

Advertisements

Σάλπιγγα για τον Κέντρο

5540339302_3ed398dff5_z

 Όταν, στις αρχές εκείνου του Απρίλη, άκουσα να μιλούν για τον Θανάση Κέντρο, δεν φανταζόμουν ότι, ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, η μορφή του θα με στοίχειωνε. Δεν γνώριζα τίποτα γι’ αυτόν, μέχρι που ο εκδότης της εφημερίδας μου ανέθεσε να τον βρω και να του μιλήσω. Αργότερα κατάλαβα πως επρόκειτο για κάποιου είδους δοκιμασία, την οποία αν κατάφερνα να φέρω σε πέρας, θα εξασφάλιζα το μέλλον μου στη Σάλπιγγα. Δεν ήμουν τόσο αφελής, ώστε να περιμένω παχυλές αμοιβές, αλλά ήλπιζα τουλάχιστον στην ψευδαίσθηση του κύρους ενός έγκριτου δημοσιογράφου, σαν όλους εκείνους που ξημεροβραδιάζονταν στα γραφεία των εκδόσεων. Οι άντρες με την καμπαρντίνα, που κάθε βράδυ στις επτά έβγαιναν από το κτήριο της οδού Ακαδημίας, φάνταζαν στα μάτια μου θεοί. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για αποστεωμένες υπάρξεις, με ωχρά πρόσωπα, καμπουριασμένη πλάτη και μάτια σαν κουμπότρυπες. Ας αφήσω όμως αυτούς κατά μέρος, γιατί εκείνο τον Απρίλη το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να εντοπίσω τα ίχνη εκείνου του άντρα.

Ο Θανάσης Κέντρος –γύρω στα πενήντα πέντε τον υπολόγιζα– ήταν ένας από τους πολλούς εκείνους δικηγόρους που ανακάλυψαν ότι η δουλειά τους ήταν μια απάτη και αφοσιώθηκαν στη λογοτεχνία. Καλά μέχρι εδώ, μόνο που ο εν λόγω λογοτέχνης ήταν –όπως φαινόταν– παντελώς ατάλαντος. Αφού εξέδωσε το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Αυτεπαγγέλτως», το οποίο ήταν μια πλήρης συγγραφική αποτυχία με άρωμα δημοσίου δικαίου, είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης και το μόνο που έκανε ήταν να στέλνει κάθε μήνα στην εφημερίδα μακροσκελή υβριστικά γράμματα. Θεωρούσε πως η κριτική της Σάλπιγγας είχε στείλει το πόνημά του στα Τάρταρα και απειλούσε θεούς και δαίμονες κριτικάροντας χωρίς όρια όλους τους αρθρογράφους ανεξαιρέτως. Η αποκήρυξη της δικηγορίας –ευτυχώς– δεν τον άφηνε να πέσει στην παγίδα της αυτο–ειρωνείας και να μας κάνει μήνυση. Ο εκδότης, κλασική περίπτωση υπερφίαλου αρσενικού με πατημένα τα εξήντα, πίστευε ότι ο Κέντρος ήταν απλώς ένας ηλίθιος και είχε σκοπό να τον γελοιοποιήσει, δημοσιεύοντας τη συνέντευξη που θα του έπαιρνα. Ήταν σίγουρος πως ο περίεργος πρώην δικηγόρος θα γινόταν γραφικός και θα ντροπιαζόταν μοναχός του.

Αν και λιγάκι σκεπτικός στην αρχή, συνέχισα με ενθουσιασμό την έρευνά μου. Τα βράδια που ξάπλωνα ονειρευόμουν τίτλους με μαύρα παχιά γράμματα να χορεύουν μπροστά στα μάτια μου. «Ευρέθη και μιλάει για όλα» ή «Βήμα για όλους η Σάλπιγγα». Κι από κάτω το όνομά μου. Και μετά η δόξα και οι συνεντεύξεις. Και μετά να με ζητούν όλα τα έντυπα, αλλά εγώ –βράχος ηθικής– να μένω στη Σάλπιγγα, «…γιατί εγώ την οικογένειά μου δεν την εγκαταλείπω» και τέτοιες μπούρδες. Φαντασιωνόμουν ακόμη και βραδιές οργανωμένες προς τιμήν μου, βραβεία και επαίνους για την ενδελεχή έρευνα και τη συγγραφική μου δεινότητα, τους παλιούς μου καθηγητές να μου σφίγγουν το χέρι και να δακρύζουν αντικρίζοντάς με. «Μπράβο σου, παιδί μου, πάντα το ήξερα ότι θα πας μπροστά», θα μου έλεγε ο πατέρας μου μεταξύ τυρού και αχλαδιού κι εγώ ο μετριόφρων θα προσπαθούσα να κρύψω το πλατύ αυτάρεσκο χαμόγελό μου.

Έτρεξα λοιπόν στο παλαιοβιβλιοπωλείο του φίλου μου του Ανδρέα, σε μια πάροδο της Στουρνάρη, έδωσα πέντε ευρώ και πήρα όλα τα βιβλία –τρία ήταν όλα κι όλα– του Θανάση Κέντρου. Ήθελα να σχηματίσω μια προσωπική άποψη για το θέμα και να ανακαλύψω όσα περισσότερα μπορούσα για την προσωπικότητά του. (Ψέμματα. Ήθελα απλώς να γελάσω κι εγώ και να χλευάσω με τη σειρά μου τον ατάλαντο δικηγοράκο). Η ανάγνωσή τους μου φάνηκε άθλος. Του έδωσα και τίτλο: «Ο δημοσιογραφίσκος και η Λερναία Βαρεμάρα». Πηδούσα γραμμές στην αρχή, παραγράφους στη συνέχεια, μετά σελίδες ολόκληρες. Έφτασα να τον λυπάμαι, σαν εκείνους τους γέρους που δεν ξέρουν τι τους γίνεται και το παίζουν νέοι στις γιορτές και τις οικογενειακές συγκεντρώσεις και πετάνε αμερικάνικες ατάκες από την τηλεόραση και όλοι γύρω τρέχουν να κρυφτούν, ενώ αυτοί πλέουν σε πελάγη ευτυχίας. Ω Θεέ μου, είχαν δίκιο, απόλυτο δίκιο.

Ένα απόγευμα κάθισα και έγραψα μια σειρά από ερωτήσεις για τη συνέντευξη. Τι αναζητάτε στη γραφή; Ποιος συγγραφέας σας εμπνέει; Πότε καταλάβατε ότι δεν σας ταιριάζουν τα νομικά; Γιατί μας πρήζετε κάθε μήνα με τα γράμματά σας, ενώ ξέρετε ότι είστε άχρηστος; Το επόμενο βήμα ήταν να επικοινωνήσω μαζί του. Τηλεφώνησα αρχικά στον πρώτο εκδοτικό οίκο που εξέδωσε βιβλίο του. Δεν ήξεραν τίποτα. Ο δεύτερος μου απάντησε ότι οι σχέσεις τους είχαν διακοπεί δια παντός (τι περίεργο) και ο τρίτος με τα χίλια ζόρια μου άφησε έναν αριθμό, ο οποίος –όπως χαρακτηριστικά μου είπε η γραμματέας μασώντας τσίχλα– «πρέπει να ήταν της πρώην γυναίκας του, αλλά δοκιμάστε». Δοκίμασα.

Ο Κέντρος έσπερνε στο διάβα του μίσος και παρεξηγήσεις. Με την κυρά Ανθή μόνο φίλοι που δεν γίναμε. Στο πρώτο τηλεφώνημα μου είπε όλη την ιστορία της με το «γουρούνι τον Θανάση» που δεν ενδιαφερόταν για κανέναν παρά μόνο για τον ίδιο του τον εαυτό. «Εδώ πήγε κι έβγαλε τα προσωπικά μας στο βιβλίο του, φαντάσου! Στη γειτονιά ακόμα ντρέπομαι να περπατήσω, μένω στο Παγκράτι και για ψώνια πάω στην Καισαριανή!», μου έλεγε την ώρα που εγώ την είχα βάλει σε ανοιχτή ακρόαση και κρατούσα το στόμα και τη μύτη μου για να μη σκάσω στα γέλια. Κράτησα βέβαια και τις απαραίτητες σημειώσεις. «Στο σπίτι στη Σαρωνίδα θα είναι ο άχρηστος», μου είπε τελικά.

Πήρα ένα μικρό σακ βουαγιάζ, πέταξα μέσα δυο–τρεις αλλαξιές και μπήκα στο αμάξι. Στην τσάντα της πλάτης έβαλα φωτογραφική μηχανή με τηλεφακό, κιάλια με νυχτερινή όραση, μαγνητοφωνάκι και σημειωματάριο. Με το που έφτασα, νοίκιασα δωμάτιο στο ξενοδοχείο απέναντι από το σπίτι του. Η τύχη ήταν με το μέρος μου. Το παράθυρό μου έβλεπε ακριβώς το δικό του και τα ανοιχτά παντζούρια μαρτυρούσαν ότι κάποιος ζούσε εκεί μέσα. Δεν είχα παρά να περιμένω. Στο μυαλό μου ήδη είχα κάνει την αρχή του ρεπορτάζ, ήταν αρκούντως υποτιμητικό και ειρωνικό και με γέμιζε υπερηφάνεια. Εγκαταστάθηκα στο μικρό μπαλκονάκι και κάρφωσα το βλέμμα μου απέναντι.

Μια λευκή μακριά κουρτίνα ξεμύτιζε πού και πού από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα του Κέντρου. Γύρω στις οκτώ το βράδυ –είχε ήδη σκοτεινιάσει– διέκρινα μια μορφή. Ένας άντρας καμπουριασμένος, αδύνατος, με μαλλιά μέχρι τον ώμο, ατημέλητα, σαν βρώμικου γατιού. Προχωρούσε αργά, κάτι τον δυσκόλευε στο πόδι. Μα, ήταν δυνατόν να είναι αυτός ο Κέντρος; Τόσο έξω είχα πέσει; Αυτός φαινόταν πάνω από εξήντα πέντε. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα ποτήρι γεμάτο ως επάνω με κάτι που έμοιαζε με ουίσκι. Για λίγο χάθηκε από τα μάτια μου, για να εμφανιστεί και πάλι στο διπλανό παράθυρο. Σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα και –από τη μπλε λάμψη που πλημμύρισε το δωμάτιο– κατάλαβα πως άναψε την τηλεόραση.

«Ας γίνουμε επικίνδυνοι!». Η φράση από το παλιό καρτούν ηχούσε στα αφτιά μου χλευαστικά, την ώρα που κατέβαινα τις σκάλες με σκοπό να κατασκοπεύσω τον Κέντρο από πιο κοντά. Είχα φορέσει και μαύρα ρούχα για να μη φαίνομαι. Χώθηκα στις φυλλωσιές του κήπου του και αργά–αργά περπάτησα περιμετρικά την παλιά μονοκατοικία. Κοιτώντας γύρω, σκαρφάλωσα σ’ ένα μικρό μπαλκονάκι και κάθισα κάτω, με το πρόσωπό μου σχεδόν κολλημένο στο τζάμι της μπαλκονόπορτας.

Παρατήρησα καλύτερα τον καθισμένο άντρα. Φαινόταν ψηλός. Αν και με μικρή καμπούρα, το ύψος του πρέπει να έφτανε τα δύο μέτρα. Παρά την σχετική ζέστη, φορούσε μια βαθυκόκκινη μάλλινη ρόμπα και χνουδωτές παντόφλες. Η οθόνη αντιφέγγιζε στα γαλανά, ξεθωριασμένα μάτια του. Έδειχνε τηλεπωλήσεις. Κοσμήματα σε εξευτελιστικές τιμές, μπλέντερ που κάνουν τη ζωή πιο εύκολη. Όλες οι σκέψεις που έκανα τις προηγούμενες ημέρες έμοιαζαν τώρα να με έχουν εγκαταλείψει. Γνώριζα ξανά –μάλλον γνώριζα για πρώτη φορά– τον Κέντρο. Ένιωθα τώρα ένα ενοχλητικό τσίμπημα στο στομάχι.

Το αίσθημα αυτό άρχισε να γίνεται όλο και πιο έντονο. Τα υγρά μάτια του Θανάση Κέντρου, το τρεμάμενο χέρι του και το έρημο σπίτι εισχωρούσαν στις φλέβες μου σαν χιλιάδες, σαν εκατομμύρια μικρές βελόνες. Ο άντρας γύρισε το κεφάλι, κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα, στο βάθος του σαλονιού του, το σκοτάδι. Τα μέλη του σώματός μου είχαν μυρμηγκιάσει και τα τσιμπήματα τώρα ανέβαιναν από την κοιλιά στο στομάχι μου, μ’ έπιαναν σαν δυο χέρια από τους ώμους και πολιορκούσαν τον λαιμό μου. Ξέχασα τη Σάλπιγγα, ξέχασα τα άτεχνα βιβλία, τη δόξα και τα συχαρίκια από τους καθηγητές μου και κάθισα εκεί, μη μπορώντας να αποστρέψω το βλέμμα από την ανείπωτη μοναξιά του. Ήπιε μια γουλιά ουίσκι και συνέχισε να κοιτάζει το γαλαζωπό και άρρωστο φως της τηλεόρασης.

Οι ανοιξιάτικες βραδιές μου θυμίζουν πάντα εκείνο τον Απρίλη. Η ελαφριά ψύχρα διαχέει αργά στις φλέβες μου το καθηλωτικό μυρμήγκιασμα και το κύμα ντροπής –αυτό που μ’ έπνιξε καθώς ήμουν κρυμμένος στη βεράντα του σπιτιού στη Σαρωνίδα. Δε γνωρίζω τι απέγινε ο μοναχικός άντρας. Εκείνη τη νύχτα πλήρωσα το δωμάτιό μου στο ξενοδοχείο, μπήκα στο αυτοκίνητο και οδήγησα μέχρι το λιμάνι. Πήρα το πρώτο πλοίο και βγήκα τυχαία εδώ, σ’ ένα νησί απ’ τα επτά. Είναι τα γενέθλιά μου σήμερα. Στα εξήντα μου είμαι κι εγώ ένας πρώην σοβαρός επιστήμονας και νυν ονειροπόλος –θέλω να πω άτεχνος– λογοτέχνης. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα τον σκέφτομαι. Δεν τον ονοματίζω πια, γιατί έγινε στην ψυχή μου ιδέα. Μάθημα έγινε: Μην κρίνεις για να μην κριθείς.

 

Οι γείτονες περιμένουν το τέλος του κόσμου με κεριά

candle-flames

Οι γείτονές μου περιμένουν το τέλος του κόσμου με κεριά. Είναι δέκα και είκοσι πέντε το βράδυ και σύμφωνα με τις ειδήσεις, έχουμε ακόμη μία ώρα και κάτι. Στον δρόμο μας έχει ησυχία, είναι σκοτάδι, σε μια πολυκατοικία μακριά διακρίνω ένα αστέρι χριστουγεννιάτικο που αναβοσβήνει με κάποιο ρυθμό άγνωστο σε μένα, ο αέρας μυρίζει καμμένο ξύλο και η υγρασία έχει πάρει τη μορφή μικρών σταγόνων επάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Από κάπου δεξιά ένας σκύλος γαβγίζει. Μία φορά κι έπειτα σωπαίνει. Δεν ξέρω αν σήμερα έχει φεγγάρι, αλλά φαντάζομαι πως μια πανσέληνος κρύβεται επιμελώς πίσω από το μεγάλο γκρίζο κτήριο στα αριστερά μου.

Γίνομαι πάλι δέκα χρόνων στο νησί. Μέναμε τότε τα καλοκαίρια στο ισόγειο ενός συγκροτήματος κατοικιών, μπροστά στη θάλασσα. Τον Αύγουστο με το μεγάλο φεγγάρι σβήναμε τα φώτα και μέσα από τα κλαδιά ενός πεύκου που φύτρωνε δίπλα στην αυλή, βλέπαμε το καθρέφτισμα της ασημένιας σελήνης επάνω στο νερό. Κάθε λίγο ακουγόταν το κύμα που έσκαγε απαλά στην ακτή κι ο αφρός του εξαφανιζόταν το ίδιο ήσυχα με τη γέννησή του. Έβαζε τότε ο θείος μου στο κασετόφωνο γρηγοριανούς ψαλμούς κι εγώ ζάρωνα στην πλαστική καρέκλα κοιτώντας με φόβο το σκοτάδι γύρω. Άρχιζα σιγά σιγά να νιώθω την ψύχρα στο κορμί μου και πολλές φορές, όταν πια η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, έλεγα δειλά:

«Έλα τώρα, κλείστο αυτό»  και χαμογελούσα με προσπάθεια.

Παρόλο που έχει κρύο κάθομαι τώρα στο μπαλκόνι. Πήρα μια κουβέρτα και την έχω τυλίξει στους ώμους. Τα χέρια μου είναι παγωμένα και τα μάγουλά μου καίνε. Ένα αυτοκίνητο μαρσάρει στον πίσω δρόμο, φεύγει κι έπειτα τίποτα δεν ακούγεται, όπως πριν. Αφουγκράζομαι. Ο γείτονας ανοίγει μια στιγμή την μπαλκονόπορτα, ρίχνει κι αυτός μια ματιά έξω. Τα ψηλόλιγνα κηροπήγια είναι ακόμη επάνω στο τραπέζι κι η γυναίκα του αλλάζει κανάλια στην τηλεόραση με μια παραίτηση παροιμιώδη. Βλέπω την αχνή μπλε λάμψη να καθρεφτίζεται στο πρόσωπό της. Σκύβω και σηκώνω το μπουκάλι κόκκινο κρασί που τόση ώρα βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια μου. Γεμίζω το ποτήρι, είναι το τρίτο στη σειρά και η ώρα είναι έντεκα και είκοσι. Είναι ακριβό, γαλλικό κι έχει την ημερομηνία γέννησής μου: 1986. Είναι ξηρό και στυφό, αλλά με τρεις γουλιές το αδειάζω.

Κοιτώ και πάλι το αστέρι που αναβοσβήνει –είναι το μόνο πράγμα που κουνιέται στο οπτικό μου πεδίο-  και θυμάμαι ότι φέτος δεν στόλισα. Ούτε ένα φωτάκι δεν κρέμασα στο μπαλκόνι, το πλαστικό δεντράκι δεν το έβγαλα από το κουτί του, οι κόκκινες γυαλιστερές μπάλες είναι ακόμη τυλιγμένες με χαρτί κουζίνας στον πάτο της κούτας που γράφει «στολίδια χριστουγεννιάτικα». Το ρολόι τώρα δείχνει δώδεκα παρά τέταρτο. Τι προλαβαίνω να κάνω σε δεκαπέντε λεπτά;

Τρέχω στο υπόγειο με την ψυχή στο στόμα. Ανακαλύπτω το καφέ μακρόστενο κουτί του δέντρου σε μια γωνία, πίσω από το αμπαζούρ που μοιάζει με τη θεία Ευτέρπη και κάτω από το ξύλινο καφάσι του μανάβη που φιλοξενεί εδώ και χρόνια τα βιβλία μαθηματικών του γυμνασίου. Βρίσκω δίπλα τα φωτάκια, τυλιγμένα σε περιοδικό, και ανεβαίνω τη σκάλα γρήγορα. Έξω στο μπαλκόνι τώρα, ανοίγω με άγαρμπες κινήσεις τα κλαδιά του έλατου που έχουν μυρωδιά τάπερ και ξετυλίγω τη σειρά με τα πολύχρωμα λαμπάκια. Βάζω την πρίζα και τα στερεώνω όπως-όπως επάνω στο δεντράκι μου. Ασθμαίνοντας κάθομαι στην καρέκλα και το κοιτώ, περήφανη όσο ποτέ. Απομένει ελάχιστος χρόνος, μιλάμε πλέον για δευτερόλεπτα: πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα….

Ησυχία. Κρατώ την ανάσα μου κι όσο οι δείχτες του ρολογιού προχωρούν αρχίζω να αισθάνομαι γελοία. Ξεσπώ σε γέλια τρανταχτά!

Μα τι χα-