Οι γείτονες περιμένουν το τέλος του κόσμου με κεριά

candle-flames

Οι γείτονές μου περιμένουν το τέλος του κόσμου με κεριά. Είναι δέκα και είκοσι πέντε το βράδυ και σύμφωνα με τις ειδήσεις, έχουμε ακόμη μία ώρα και κάτι. Στον δρόμο μας έχει ησυχία, είναι σκοτάδι, σε μια πολυκατοικία μακριά διακρίνω ένα αστέρι χριστουγεννιάτικο που αναβοσβήνει με κάποιο ρυθμό άγνωστο σε μένα, ο αέρας μυρίζει καμμένο ξύλο και η υγρασία έχει πάρει τη μορφή μικρών σταγόνων επάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου. Από κάπου δεξιά ένας σκύλος γαβγίζει. Μία φορά κι έπειτα σωπαίνει. Δεν ξέρω αν σήμερα έχει φεγγάρι, αλλά φαντάζομαι πως μια πανσέληνος κρύβεται επιμελώς πίσω από το μεγάλο γκρίζο κτήριο στα αριστερά μου.

Γίνομαι πάλι δέκα χρόνων στο νησί. Μέναμε τότε τα καλοκαίρια στο ισόγειο ενός συγκροτήματος κατοικιών, μπροστά στη θάλασσα. Τον Αύγουστο με το μεγάλο φεγγάρι σβήναμε τα φώτα και μέσα από τα κλαδιά ενός πεύκου που φύτρωνε δίπλα στην αυλή, βλέπαμε το καθρέφτισμα της ασημένιας σελήνης επάνω στο νερό. Κάθε λίγο ακουγόταν το κύμα που έσκαγε απαλά στην ακτή κι ο αφρός του εξαφανιζόταν το ίδιο ήσυχα με τη γέννησή του. Έβαζε τότε ο θείος μου στο κασετόφωνο γρηγοριανούς ψαλμούς κι εγώ ζάρωνα στην πλαστική καρέκλα κοιτώντας με φόβο το σκοτάδι γύρω. Άρχιζα σιγά σιγά να νιώθω την ψύχρα στο κορμί μου και πολλές φορές, όταν πια η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει, έλεγα δειλά:

«Έλα τώρα, κλείστο αυτό»  και χαμογελούσα με προσπάθεια.

Παρόλο που έχει κρύο κάθομαι τώρα στο μπαλκόνι. Πήρα μια κουβέρτα και την έχω τυλίξει στους ώμους. Τα χέρια μου είναι παγωμένα και τα μάγουλά μου καίνε. Ένα αυτοκίνητο μαρσάρει στον πίσω δρόμο, φεύγει κι έπειτα τίποτα δεν ακούγεται, όπως πριν. Αφουγκράζομαι. Ο γείτονας ανοίγει μια στιγμή την μπαλκονόπορτα, ρίχνει κι αυτός μια ματιά έξω. Τα ψηλόλιγνα κηροπήγια είναι ακόμη επάνω στο τραπέζι κι η γυναίκα του αλλάζει κανάλια στην τηλεόραση με μια παραίτηση παροιμιώδη. Βλέπω την αχνή μπλε λάμψη να καθρεφτίζεται στο πρόσωπό της. Σκύβω και σηκώνω το μπουκάλι κόκκινο κρασί που τόση ώρα βρισκόταν ανάμεσα στα πόδια μου. Γεμίζω το ποτήρι, είναι το τρίτο στη σειρά και η ώρα είναι έντεκα και είκοσι. Είναι ακριβό, γαλλικό κι έχει την ημερομηνία γέννησής μου: 1986. Είναι ξηρό και στυφό, αλλά με τρεις γουλιές το αδειάζω.

Κοιτώ και πάλι το αστέρι που αναβοσβήνει –είναι το μόνο πράγμα που κουνιέται στο οπτικό μου πεδίο-  και θυμάμαι ότι φέτος δεν στόλισα. Ούτε ένα φωτάκι δεν κρέμασα στο μπαλκόνι, το πλαστικό δεντράκι δεν το έβγαλα από το κουτί του, οι κόκκινες γυαλιστερές μπάλες είναι ακόμη τυλιγμένες με χαρτί κουζίνας στον πάτο της κούτας που γράφει «στολίδια χριστουγεννιάτικα». Το ρολόι τώρα δείχνει δώδεκα παρά τέταρτο. Τι προλαβαίνω να κάνω σε δεκαπέντε λεπτά;

Τρέχω στο υπόγειο με την ψυχή στο στόμα. Ανακαλύπτω το καφέ μακρόστενο κουτί του δέντρου σε μια γωνία, πίσω από το αμπαζούρ που μοιάζει με τη θεία Ευτέρπη και κάτω από το ξύλινο καφάσι του μανάβη που φιλοξενεί εδώ και χρόνια τα βιβλία μαθηματικών του γυμνασίου. Βρίσκω δίπλα τα φωτάκια, τυλιγμένα σε περιοδικό, και ανεβαίνω τη σκάλα γρήγορα. Έξω στο μπαλκόνι τώρα, ανοίγω με άγαρμπες κινήσεις τα κλαδιά του έλατου που έχουν μυρωδιά τάπερ και ξετυλίγω τη σειρά με τα πολύχρωμα λαμπάκια. Βάζω την πρίζα και τα στερεώνω όπως-όπως επάνω στο δεντράκι μου. Ασθμαίνοντας κάθομαι στην καρέκλα και το κοιτώ, περήφανη όσο ποτέ. Απομένει ελάχιστος χρόνος, μιλάμε πλέον για δευτερόλεπτα: πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα….

Ησυχία. Κρατώ την ανάσα μου κι όσο οι δείχτες του ρολογιού προχωρούν αρχίζω να αισθάνομαι γελοία. Ξεσπώ σε γέλια τρανταχτά!

Μα τι χα-

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s