Φροντιστήριο

Με τους συμμαθητές μου από το φροντιστήριο είχαμε την περίεργη συνήθεια να πετάμε κομμάτια κιμωλίας από το μπαλκονάκι του δευτέρου ορόφου στον δρόμο. Την ώρα του διαλείμματος, ύστερα από την κουραστική ώρα των Αρχαίων και πριν την Έκθεση, βγαίναμε δύο-δύο έξω, με τις χούφτες γεμάτες μικρά άσπρα κομματάκια, και χαζεύαμε τους περαστικούς. Η πλατεία Κάνιγγος απλωνόταν κάτω από τα πόδια μας, γκρίζα και θορυβώδης. Κάθε τόσο περνούσαν τα τρόλεϊ από τη στάση, φόρτωναν κόσμο, έκλειναν ύστερα τις πόρτες μ’ εκείνο τον χαρακτηριστικό τους ήχο κι έπειτα εξαφανίζονταν στη στροφή της οδού Ακαδημίας. Μάθημα είχαμε τα απογεύματα συνήθως, μετά τις τέσσερις, εκτός από τα Σαββατοκύριακα που -καμιά φορά για κακή μας τύχη- αναπληρώναμε το πρωί τις χαμένες λόγω απεργιών ώρες.

Η τάξη μας ήταν μικρή, με λευκούς τoίχους και κάτι μεγάλα μοβ θρανία, που χωρούσαν δύο ή και τρεις μαζί. Επάνω, στο ταβάνι υπήρχαν εκείνες οι λευκές μακρόστενες λάμπες, που έμοιαζαν με τις αντιστάσεις στην ψηστιέρα της γιαγιάς μου. Δεν μπορούσα να μη σκέφτομαι ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν τάξη αυτό εκεί, αλλά φούρνος, που μας έψηνε και μας τσουρούφλιζε. Ένας καθηγητής Λογοτεχνίας θα έλεγε «είστε σαν τον πηλό, εμείς εδώ σας πλάθουμε και σας ψήνουμε, για να ‘στε έτοιμοι για τη ζωή».

Αλλά ο δικός μας δεν ήταν έτσι. Δεν είχε ούτε ποιητικό βλέμμα, ούτε ο νους του ξέφευγε σαν της φιλολόγου στο σχολείο, ούτε απήγγειλλε στίχους του Ελύτη κοιτώντας το κενό. Ο κύριος Σπίτογλου ήταν αυτό που θα ΄λεγε κανείς «άξεστος». Κυκλοφορούσε στους χώρους του φροντιστηρίου μ’ ένα καρό πουκάμισο, το μισό πάντοτε μέσα στο παντελόνι και το άλλο μισό να κρέμεται, με αρβύλες από τον στρατό και ένα ζευγάρι χοντρά κοκκάλινα γυαλιά, που κάθε τόσο τα έσπρωχνε με τον αντίχειρα πιο πάνω στη μύτη. Δεν ήταν μεγάλος, τον υπολόγιζα γύρω στα σαράντα. Τα μαλλιά του όμως ήταν γκρίζα στο μεγαλύτερο μέρος τους, κατσαρά και τις περισσότερες φορές λιγδωμένα. Είχε πάντοτε λίγα γένια, σαν να μην είχε προλάβει να ξυριστεί μέχρι τέλους. Ήταν ο μόνος από τους καθηγητές μας τον οποίο δεν είχε ερωτευτεί η Ντένια, εκείνη η συμμαθήτριά μου που αναστέναζε κάθε τρεις και λίγο αναφωνώντας «δεν μπορώ!», κάνοντας αέρα με την παλάμη της. Ο Σπίτογλου εκτός των άλλων ήταν και μισογύνης. Δεν ανεχόταν κανενός είδους αδυναμία από τις κοπέλες κι όποτε αντιλαμβανόταν μια υποψία κολακείας ύψωνε την μπάσα φωνή του: «Δεν πας να πλύνεις κάνα πιάτο λέω εγώ;».

Πετούσαμε, λοιπόν, στα διαλείμματα κιμωλίες από το μπαλκόνι, με προσοχή πάντα για να μη μας πάρει είδηση κανένα μάτι. Η Ιωάννα έβαζε στόχο τους γέρους, εγώ τα ψώνια και ο Κώστας βαρούσε ανεξαιρέτως. Ευτυχώς φροντίζαμε να κόβουμε τις κιμωλίες σε πολύ μικρά κομματάκια, έτσι κανένας πληγωμένος περαστικός δεν είχε ανέβει να παραπονεθεί στη διεύθυνση. Οι περισσότεροι θα νόμιζαν πως ήταν ιδέα τους. Άλλωστε ήταν όλοι τους πάντοτε τόσο βιαστικοί.

Χαζογελούσαμε ευτυχισμένοι εκείνο το απόγευμα του Δεκεμβρίου. Είχαμε μάλλον πετύχει στο δόξα πατρί έναν «χαρτογιακά», όπως αποκαλούσε ο Κώστας τους κουστουμαρισμένους επαγγελματίες με τα καλοχτενισμένα μαλλιά και τον χαρτοφύλακα. Η Ιωάννα είχε διπλωθεί στα δύο από το γέλιο κι εγώ είχα τρέξει στην τουαλέτα, γιατί είχα κοκκινίσει ολόκληρη από την έξαψη κι ήθελα να ρίξω νερό στο πρόσωπό μου.

Άκουσα τις φωνές πίσω από την κλειστή πόρτα του μπάνιου: «Θα σας κάνω μήνυση! Παραλίγο να μου βγάλουν το μάτι οι μαθητές σας, δείτε εδώ». Κατάλαβα πως κρατούσε ένα κομματάκι κιμωλίας και το έδειχνε σε κάποιον. Τη βάψαμε, σκέφτηκα και μεμιάς μου κόπηκε το γέλιο. Τώρα θα καλούσαν τη μάνα μου, ο πατέρας μου θα με κατσάδιαζε, θα με χώριζαν από τους φίλους μου. Τότε άκουσα μια φωνή, απαλή και ήρεμη, να καθησυχάζει τον εξαγριωμένο «χαρτογιακά». Αυτός ο άνθρωπος μιλούσε τόσο αργά και μειλίχια, μας δικαιολογούσε μ’ ένα τρόπο που δεν άφηνε περιθώρια για αντίλογο. Ποιος ήταν αυτός ο καθηγητής; Νόμιζα πως τους γνώριζα όλους εκεί μέσα. Άνοιξα μια χαραμάδα στην πόρτα της τουαλέτας και τον είδα: ήταν ο άξεστος ο Σπίτογλου. Με την άκρη του ματιού είδα τους συμμαθητές μου στην άλλη άκρη του διαδρόμου να κρυφακούν κι εκείνοι. Λίγα λεπτά αργότερα ο τύπος είχε φύγει και το κουδούνι σήμαινε την επιστροφή στις τάξεις. Είχαμε Λογοτεχνία.

Ο Σπίτογλου μπήκε μέσα αργά, κοιτώντας μας έναν προς έναν στα μάτια. Κάθισε στην καρέκλα του και δεν έβγαλε μιλιά. Τρία τέταρτα καθόταν εκεί και μας κοιτούσε. Πρώτη μίλησε η Ιωάννα, λίγο πριν τελειώσει η ώρα:

«Συγγνώμη»

Οι υπόλοιποι τη μιμηθήκαμε ντροπιασμένοι.

Την επόμενη εβδομάδα η Ντένια αναστέναζε πιο δυνατά όταν περνούσε δίπλα της ο Σπίτογλου.

Advertisements

Μα ποια πάπια;

Σήμερα το πρωί ξύπνησα με ένα άσχημο προαίσθημα. Σηκώθηκα αργά, γύρω στις έντεκα, σέρνοντας τα πόδια και το σώμα μου μέχρι την κουζίνα, όπου ετοίμασα με νωχελικές κινήσεις ένα γαλλικό καφέ. Κάθισα στο μικρό πλαστικό τραπεζάκι και άλειψα μια φέτα ψωμί με βούτυρο Κερκύρας, ρουφώντας παράλληλα τον ζεστό καφέ μου από την κόκκινη κούπα που είχα αγοράσει πέρσι στη Μαδρίτη. Δουλειά δεν έχω εδώ και δυο βδομάδες, οπότε δεν βιαζόμουν. Έπιασα ένα περιοδικό από τη στοίβα. Μου τα φέρνει ο μπαμπάς από το περίπτερο σχεδόν κάθε μήνα. Του έχω πει να μου φυλάει ό,τι περισσεύει. Συνήθως ξεμένω με κάτι περίεργα τεύχη αστρολογίας, πολεμικών τεχνών και φροντίδας του κήπου, όμως αυτή τη φορά ο μπαμπάς κατάφερε να κρατήσει και μερικά λογοτεχνικά. Άνοιξα ένα στην τύχη. Είχε αφιέρωμα στον Κάφκα και τη «Μεταμόρφωση» κι έκλεινε με δυο γράμματα της Μίλενα που τα ‘χα ξαναδιαβάσει στην εφηβεία μου.

Είχα απορροφηθεί από το διάβασμα, όταν η ουροδόχος κύστη μου με ανάγκασε να σηκωθώ και να τρέξω στο μπάνιο, κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. Έσπρωξα την πόρτα με δύναμη και ανέβασα το καπάκι της τουαλέτας τόσο γρήγορα που δεν είχα προλάβει να καθίσω όταν ξανάπεσε με θόρυβο. Παρά τρίχα να κατουρηθώ. Όταν τελείωσα τράβηξα το καζανάκι και κατευθύνθηκα προς το νιπτήρα.

Σηκώνοντας το βλέμμα στον καθρέφτη, το θέαμα που αντίκρυσα μ’ έκανε να ουρλιάξω από τον τρόμο. Νομίζω μάλιστα πως πήδηξα προς τα πίσω.

«Δεν είναι δυνατόν! Όχι, δεν είναι, δεν είναι…» μονολογούσα καθως άγγιζα το πρόσωπό μου κοιτώντας το από κάθε γωνία. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή.

Βλέπετε, είχα μεταμορφωθεί σε πάπια. Δεν είχα βγάλει πούπουλα και τα συναφή, ούτε η μουσούδα μου είχε γίνει πορτοκαλί, ούτε έκρωζα, όμως με το που κοίταξα το είδωλό μου κατάλαβα ότι δεν ήμουν πλέον αυτή που ήμουν. Τώρα θα πείτε «είναι τελείως τρελή» και με το δίκιο σας. Δεν μου το έβγαζε όμως κανείς απ’ το μυαλό: ήμουν πάπια! Και το χειρότερο είναι ότι δεν μπορούσα να τηλεφωνήσω σε κανέναν για να του πω αυτό που μου συνέβαινε. Γιατί αν με κοίταζαν, θα έβλεπαν ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει στην εξωτερική μου εμφάνιση. Άσε που θα μ’ έκλειναν και σε κανένα ψυχιατρείο. Αυτό βέβαια δεν άλλαζε το γεγονός ότι ήμουν πάπια.

Η αλήθεια είναι πως το περίμενα. Από μικρή έτρεμα αυτή τη μέρα. Και τώρα, στα τριανταπέντε μου χρόνια, συνειδητοποιούσα πως το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον.

Εξηγούμαι: Εδώ και χρόνια είχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όλα τα θηλυκά μέλη της οικογένειάς μου είχαν περάσει από αυτό το στάδιο. Η θεία Διαμάντω και η αδελφή της, η κόρη του θείου Στέλιου, η μάνα μου, η μακρινή ξαδέρφη της που ζούσε τώρα από χρόνια στο Ιλινόις, ακόμα και η γιαγιά Δώρα. Το κακό είναι πως μόνο εγώ το καταλάβαινα. Ο παππούς Θανάσης πάντα μου το ‘λεγε:

«Έχεις το χάρισμα να βλέπεις πίσω απ’ τους ανθρώπους, μικρή μου. Σε ζηλεύω και σε λυπάμαι.» Πού να το ‘ξερα ότι αυτή μου η ικανότητα θα μ’ έφερνε σε τόσο δύσκολη θέση. Σε ποιον να μιλήσω!

Δεν είχα προλάβει να χωνέψω τη μεταμόρφωσή μου σε πάπια, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Πετάχτηκα ως το ταβάνι απ’ την τρομάρα κι ύστερα, ασθμαίνοντας, έτρεξα ως το σαλόνι και σήκωσα το ακουστικό:

«Ελένη; Ακόμα κοιμάσαι παιδί μου; Τι κάνεις τόση ώρα;»

«Μαμά…ήμουν στο μπάνιο.»

«Τέλος πάντων, τηλεφώνησες στην Πίτσα για τη δουλειά που σου είπα;»

«Όχι ακόμη»

«Άκουσε να σου πω Ελένη, δεν είναι καιρός για τεμπελιές. Δεν το είπα ακόμη στον πατέρα σου ότι σε απέλυσαν και δασκάλεψα και τη γιαγιά σου να κάνει το ίδιο με τον θείο Στέλιο. Ξέρεις δα πώς υπερηφανεύεται για τους γιους του και τα γραφεία τους. Κάνω σαν να μη συνέβη. Ο γιατρός μου είπε εμπιστευτικά να μην τον ταράζουμε τώρα, αλλιώς θα πάθει κανένα εγκεφαλικό και τότε… Τσιμουδιά. Κοίτα να επικοινωνήσεις με την Πίτσα και μπορεί αύριο να έχεις δουλειά. Θα του πούμε τότε ότι είχες μια καλύτερη πρόταση και… τέλος πάντων θα τα μπαλώσουμε.»

«Μα, ρε μαμά κι άμα δε βρω τίποτα;»

«Σσσς μη λες τέτοια και το γρουσουζέψεις. Εσύ να κάνεις σαν να μην άλλαξε τίποτα. Κοίταξε όμως από πίσω να κάνεις τα πάντα για να αποκατασταθεί η τάξη όσο πιο σύντομα γίνεται, κατάλαβες;»

Έκλεισα το τηλέφωνο απογοητευμένη. Δεν είχα άλλη λύση, έπρεπε να ακολουθήσω τη μέθοδο της μαμάς. Ο γιατρός έδωσε σαφείς οδηγίες.

Θα κάνω την πάπια.

Μεταξύ συρμού και αποβάθρας

Φτάνοντας στον σταθμό η φωτεινή επιγραφή έδειχνε έντεκα λεπτά.

«Σάββατο», σκέφτηκα.

Ακούμπησα κάτω το γκρίζο σακίδιο με τα βιβλία και δίπλα την καφέ χάρτινη σακούλα με το παλιό πράσινο παντελόνι που πήρα το πρωί από τη μοδίστρα. Ο καιρός έχει αρχίσει να ψυχραίνει και βγαίνοντας από το σπίτι είχα φορέσει το ελαφρύ γαλάζιο μου πουλόβερ. Ύστερα από δέκα λεπτά περπατήματος ο ιδρώτας είχε αρχίσει να υγραίνει τα μαλλιά στο σβέρκο μου και στις μασχάλες είχα τώρα δύο μεγάλους λεκέδες. Συγκρατώντας το σακίδιο και τη σακούλα ανάμεσα στα πόδια μου, έβγαλα το πουλόβερ και σαν κουβάρι το έχωσα στην τσάντα. Ξεφυσώντας βρήκα στην τσέπη του τζιν το μαύρο λαστιχάκι για τα μαλλιά και με δυο κινήσεις τα έπιασα σε μια βολική αλογοουρά (πόσο είχα γελάσει όταν άκουσα για πρώτη φορά από τα χείλη της μαμάς αυτή τη λέξη!). Πάνε οι μπούκλες που τόση ώρα σχημάτιζα με το σίδερο Φίλιπς μπροστά στον καθρέφτη, δε βαριέσαι.

Εννέα λεπτά.

Ο κόσμος γύρω μου μιλούσε έντονα, μια παρέα κοριτσιών είχε φορέσει «τα καλά» της και χαχάνιζε, μια χούφτα εφήβων περνούσε μπροστά τους σε αργή κίνηση, με τα χέρια στην τσέπη και τα μάτια υγρά από τον ενθουσιασμό. Στ’ αφτιά μου έπαιζε από το πρωί ένα ποπ τραγούδι της δεκαετίας του ογδόντα και μουρμουρίζοντας τη μελωδία του προσπαθούσα να καταλάβω ποιό ήταν. Μου θύμιζε πάρτυ, κοριτσάκια με κοντές πλισέ φούστες που ανοίγουν σαν ομπρέλες στον αέρα, φαρδιά πουκάμισα και παρδαλές τιράντες, χαμόγελα ευτυχίας και μάτια ορθάνοιχτα. Δέρμα απαλό, μαλλιά πλεγμένα σε κοτσίδα γαλλική, χάρτινα πιατάκια με μεγάλα κομμάτια τούρτας σοκολάτα-φράουλα.

Εφτά λεπτά.

Χώθηκα πίσω από τη μεγάλη κολόνα κι ακούμπησα την πλάτη στον τοίχο. Στα δεξιά μου ο χάρτης του μετρό πίσω από γυάλινη βιτρίνα, ευθεία μπροστά μου η σκάλα με τα ένα, δύο, τρία… τριάντα σκαλοπάτια. Την περισσότερη ώρα κοιτούσα κάτω, τη σακούλα ανάμεσα στα πόδια. Ο αέρας εκεί πίσω ήταν καθαρός, δεν μύριζε ούτε ιδρώτα, ούτε γυναικεία αρώματα που ζαλίζουν, ούτε ανδρική κολώνια να μου θυμίζει τον μπαμπά μου.

Πέντε λεπτά, ο χρόνος περνάει αργά.

Από εδώ που κάθομαι η φωτεινή επιγραφή δεν φαίνεται. Δεν με νοιάζει.

Αναπνέω βαθιά την υγρασία που έρχεται από πάνω και κλείνω τα μάτια. Τέτοια μυρωδιά -ζεστού πλαστικού- είχαν εκείνα τα καλάθια με τις μπαλίτσες στο παιχνιδάδικο που πηγαίναμε με τη μαμά τα Σάββατα. Άρωμα ευτυχίας και ευλογημένης άγνοιας. Εδώ και μέρες προσπαθώ να ζήσω ξανά μερικές στιγμές του τότε. Για λίγο. Με νύχια και με δόντια προσπαθώ να πέσω για ύπνο όπως  τα βράδια εκείνων των ετών, με το καθαρό μυαλό, με τα υγρά από τον ενθουσιασμό μάτια, με τα κόκκινα μάγουλα από την έξαψη του παιχνιδιού.

«Η γνώση θα σε απελευθερώσει», μου λέγαν οι δασκάλες. Μόνο που ποτέ δε μου ‘παν από τι. Τώρα όλα αυτά που έμαθα μοιάζουν να έχουν εγκατασταθεί σ’ αυτή τη βαθιά ρυτίδα που έχω ανάμεσα στα φρύδια και λερώνει το μέτωπό μου.

Ακούω το τρένο να έρχεται. Το τραγούδι ακόμη παίζει στ’ αφτιά μου.

Κασσάνδρα (μέρος β)

«Ψάχνω την τέλεια φράση, καταλαβαίνεις; Την πρώτη φράση του βιβλίου μου. Όταν τη βρω θα είμαι ευτυχισμένη».

Περάσαμε έτσι πολλές νύχτες, αναζητώντας μιαν αρχή κι έτσι, σιγά σιγά δεθήκαμε σε σημείο που να μην μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς την Κασσάνδρα. Ήμουν τόσο βυθισμένος στις φροντίδες της και τόσο απορροφημένος στη λήθη της προσωπικής μου ευτυχίας που, τώρα που κοιτάζω πίσω, συνειδητοποιώ πως έφτανα να την παραμελώ. Με τον καιρό έγινε σκεπτική, το μυαλό της ξέφευγε, της μιλούσα και ένιωθα πως δεν ήταν εκεί. Αυτή η λάμψη στα μάτια της δεν έφτανε πια μέσα μου. Πάνω στο γραφείο είχε σωρούς χαρτάκια όπου σημείωνε σκέψεις, φράσεις, συναισθήματα. Αυτά που άλλοτε μοιραζόταν μαζί μου, τώρα τα κρατούσε για τον εαυτό της. Μέρα με τη μέρα καταδυόταν όλο και περισσότερο στα βάθη της χωρίς να παίρνει ανάσα. Κι εγώ ζήλευα.

«Σε αγαπώ, ξέρεις», έλεγα συχνά.

«Το ξέρεις, έτσι;» επαναλάμβανα σαν παιδί.

Μου έλεγε πως το ήξερε και πάλι χανόταν. Καθόμασταν στο μπαλκόνι του σπιτιού μου πίνοντας καφέ, εκείνη διόρθωνε γραπτά κι εμένα με έτρωγε η αγωνία, καθώς την έβλεπα να λαχταρά νέες εμπειρίες. Έκαιγε μέσα της μια φωτιά και δεν ήξερε τι να κάνει για να λυτρωθεί. Απομακρύνθηκε από όλους τους φίλους μας, οι βόλτες στην Πλάκα και οι συζητήσεις μας δεν τη συγκινούσαν πια.

Την παρακάλεσα, έκλαψε, αγαπηθήκαμε και πάλι για λίγο και το επόμενο πρωί έφυγε φορώντας τη γαλάζια μπλούζα που της είχα χαρίσει και παίρνοντας μαζί όλα της τα χαρτάκια. Μόνο εμένα άφησε πίσω της, να νομίζω πως θα ξαναγυρίσει. Όπως διαπίστωσα αργότερα, σε κανέναν δεν είχε πει πού θα πήγαινε . γονείς, αδέρφια, φίλοι έμειναν με το στόμα ανοιχτό όταν τους είπα πως με άφησε. Σκέφτηκα να πάω στην αστυνομία, μέχρι και σε αυτές τις εκπομπές της τηλεόρασης, όπου ξετρυπώνουν ανθρώπους που δεν θέλουν να βρεθούν. Ευτυχώς, το γράμμα της με γλίτωσε από αυτό το τελευταίο.

Στο φάκελο δεν είχε βάλει διεύθυνση, όμως το γραμματόσημο δήλωνε Αγγλία. Της ταιριάζει, σκέφτηκα. Θα πηγαίνει με το γκρίζο χρώμα των ματιών της. Το άνοιξα, ελπίζοντας πως θα διαβάσω μια απολογία, μια ελεγεία της αγάπης που ζήσαμε, γραμμένη σε φύλλα μουσκεμένα από τα δάκρυα. Αντί γι’ αυτό πήρα μια σελίδα δακτυλογραφημένη, με λίγες μόνο κουβέντες και ίχνος δακρύων κανένα.

«Στάθη,

είμαι καλά, μην ανησυχείς για μένα. Βρήκα την προσωπική μου ηρεμία κι ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα. Το κρύο που κάνει εδώ μου ζεσταίνει την καρδιά περισσότερο από τη ζέστη της Αθήνας. Μη με αναζητήσεις, σε παρακαλώ. Αν θελήσεις να επικοινωνήσεις μαζί μου, σου στέλνω μονάχα το μέιλ μου.

Τη φράση μου ακόμα την ψάχνω.»

Αυτό ήταν, λοιπόν. Όσο κι αν φώναξα, φυσικά δε με άκουσε κανείς. Από τη στιγμή που διάβασα το γράμμα της αποφάσισα να την ξεχάσω και κρατούσα τον εαυτό μου με νύχια και με δόντια να μην της στείλω εκατομμύρια μηνύματα παρακαλώντας τη να γυρίσει. Έτσι κατέληξα να γυρνώ από δω κι από κει, μεθυσμένος, και με την ψυχή στα πόδια. Πέρασα από όλα τα μέρη που περπατήσαμε μαζί, μόνο και μόνο για να απομυθοποιήσω τις στιγμές που ζήσαμε και να μπορέσω και πάλι να ζήσω. Στην ελληνική μυθολογία, ο θεός Απόλλωνας έδωσε στην Κασσάνδρα το χάρισμα της μαντικής, με αντάλλαγμα τον έρωτά της. Δε ξέρω γιατί η δική μου Κασσάνδρα με άφησε. Η εσωτερική μου πάλη με οδήγησε στο να της στείλω μονάχα μία φράση, που ελπίζω να είναι το τελευταίο πράγμα που της χαρίζω από την ψυχή μου.

«Όταν κάθομαι μπροστά στη θάλασσα, η μοναξιά μου μιλάει με τη φωνή σου»

Θα τη σημειώσει σ’ ένα από τα χιλιάδες χαρτάκια της κι ύστερα θα την ξεχάσει.

Κασσάνδρα (μέρος α)

«Όταν κάθομαι μπροστά στη θάλασσα, η μοναξιά μου μιλάει με τη φωνή σου».

Της το έγραψα σε μια στιγμή αδυναμίας και αμφιβάλλω αν ποτέ θα καταλάβει το κενό της απουσίας που άφησε στην ψυχή μου. Εύθραυστος όσο και δυνατός για λίγα δευτερόλεπτα, ένιωσα πως έπρεπε να πατήσω τα πλήκτρα πολύ γρήγορα, να της στείλω το μήνυμα πριν η λογική έρθει και συντρίψει το λυρισμό μου.

Εδώ κι ένα χρόνο γυρνούσα σαν χαμένος στην πόλη, είχα μάθει απέξω κάθε στενό σοκάκι, είχα επισκεφθεί κάθε κακόφημη γειτονιά, με μια περίεργη αίσθηση και μια άγρια χαρά να μου χαρίζουν έναν ατρόμητο εαυτό, τόσο ξένο σε μένα. Μάλλον με διασκέδαζε να θέτω τον νέο εαυτό μου σε κίνδυνο, και ο θάνατος που φαινόταν να με είχε ξεχάσει, με έκανε να φλερτάρω μαζί του σε κάθε μου βήμα. Είχα καταφέρει να τη βγάλω από το μυαλό μου για αρκετό καιρό. Ψάχνοντας τη λογική, κατέληγα καθημερινά μεθυσμένος σε ένα διαφορετικό σημείο της πόλης, παρέα με την απατηλή ευτυχία που μου χάριζε το οινόπνευμα. Οι σπουδές μου στη φιλοσοφία με έσπρωχναν να αναζητήσω τη ρίζα του προβλήματος, ενώ το μόνο που ήθελα ήταν να μη σκέφτομαι ούτε ποιος είμαι,ούτε πού πάω και κυρίως ποιος με έφερε εδώ. Δεν ήθελα να ξέρω το γιατί έφυγε η Κασσάνδρα, και το αν με αγάπησε ποτέ αρνήθηκα επίμονα να το σκεφτώ. Μια νύχτα ονειρεύτηκα πως μπροστά στα μάτια μου χόρευε μια φράση, που μου ήταν πολύ οικεία. Λες και είχε ζωή, σώμα, χέρια και πόδια την έβλεπα να απλώνεται μπροστά μου κοροϊδευτικά, να στροβιλίζεται, να διπλώνει και να ξεδιπλώνεται και πάνω απ’ όλα να ηχεί βαριά στα αφτιά μου:

«Με λάτρευε, ήταν ολοφάνερο. Άραγε με αγάπησε ποτέ πραγματικά;»

Ήταν ένα κομμάτι από τις Λέξεις του Σαρτρ, μια αλήθεια, ο κυνισμός της οποίας σε δεδομένη στιγμή με είχε σοκάρει και που τώρα δεν ήταν πια αντικείμενο φιλοσοφικής αναζήτησης, αλλά έμοιαζε με καθρέφτη της ζωής μου.

Μιας ζωής που ξεκίνησε πραγματικά τη στιγμή που είδα την Κασσάνδρα, πριν πέντε χρόνια, όταν ο πατέρας μου την έφερε στο σπίτι να φάμε μαζί, για να μου τη συστήσει, χαριτολογώντας, ως τη νέα του κατάκτηση. Μόλις της άγγιξα το χέρι μου κόπηκε η μιλιά και όταν την κοίταξα δεν την ερωτεύτηκα, αλλά ένιωσα μια βαθιά ντροπή, καθώς αισθάνθηκα τη ματιά της να με διαπερνά και να με διαβάζει. Ποτέ δε με εντυπωσίασε η ομορφιά της, ή μάλλον αυτό που οι περισσότεροι καλούν πλέον ομορφιά. Ο πατέρας μου, όσο γρήγορα τη γνώρισε, τόσο γρήγορα και χωρίς τύψεις την εγκατέλειψε για να συνεχίσει απτόητος τις περιπέτειες του με το ωραίο φύλο και η ιστορία θα τελείωνε εκεί αν δεν τη συναντούσα τυχαία ένα καλοκαιρινό βράδυ στην πλατεία Συντάγματος.

Φαινόταν ιδρωμένη και ταλαιπωρημένη, κουβαλούσε μια πλαστική τσάντα γεμάτη βιβλία και με το ένα της χέρι έψαχνε κάτι στην τσέπη του παντελονιού της. Τη βρήκα πιο όμορφη και πιο νέα από ό,τι τη θυμόμουν. Αν και κουρασμένη, το πρόσωπό της είχε μια λάμψη ακαταμάχητη. Κάθισα λίγο μακριά της παρακολουθώντας τις νευρικές της κινήσεις που μου φάνηκαν χαριτωμένες και αστείες. Την πλησίασα και της πρόσφερα τσιγάρο.

«Αυτό ψάχνεις;» της είπα, με μιαν αυτοπεποίθηση που άγγιζε τα όρια του γελοίου.

Πρέπει να δυσκολεύτηκε να με αναγνωρίσει, καθώς τα μαλλιά μου είχαν μακρύνει αρκετά από την τελευταία φορά που με είχε δει και είχα τουλάχιστον δύο εβδομάδες να ξυριστώ. Είμαι σχεδόν σίγουρος πως ήταν έτοιμη να το βάλει στα πόδια κι αυτό που την επανέφερε στην πραγματικότητα ήταν το βλέμμα μου.

«Στάθη; Εσύ είσαι; Έχεις αλλάξει πολύ», μου χαμογέλασε.

«Λοιπόν;»

«Τι λοιπόν;»

«Θέλεις τσιγάρο ή όχι;»

Έτσι νομίζω πως ξεκίνησε η σχέση μας, με αυτόν τον αμήχανο και χαζό διάλογο. Τσιγάρο δεν ήθελε, το εισιτήριο του λεωφορείου που είχε αγοράσει το πρωί αναζητούσε. Εκείνο το βράδυ κανείς από τους δυο μας δεν γύρισε σπίτι. Περπατήσαμε μιλώντας μέχρι το ξημέρωμα, φάγαμε μπακαλιάρο στην Πλάκα, ήπιαμε κρασί στη Βουλής, της αγόρασα ένα μπουκέτο ηλιοτρόπια από τον πλανόδιο της Ερμού και καταλήξαμε ψόφιοι και ελαφρώς μεθυσμένοι στους πρόποδες της Ακρόπολης. Έμαθα πως ήταν δασκάλα και γυρνούσε την Αθήνα για να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα σε κάτι κακόμοιρα παιδιά τρελαμένων μανάδων, που ανάγκαζαν τα βλαστάρια τους να κάνουν φροντιστήριο από τη δευτέρα δημοτικού. Ασφυκτιούσε στην Αθήνα και ονειρευόταν τη μέρα που θα έβρισκε το θάρρος να τα παρατήσει όλα και να ζήσει κοντά στη θάλασσα. Ήθελε να γράψει ένα βιβλίο,λέει, το σκεφτόταν εδώ και χρόνια.

«Ψάχνω την τέλεια φράση, καταλαβαίνεις; Την πρώτη φράση του βιβλίου μου. Όταν τη βρω θα είμαι ευτυχισμένη».

(συνεχίζεται…)

Πρωινό γυμνασίου

Για έξι γυμνασιακά και λυκειακά χρόνια άνοιγα εγώ τα παράθυρα της τάξης το πρωί. Η μάνα μου δεν είχε την άνεση να με πηγαίνει στο σχολείο λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι, ήθελε τουλάχιστον μία ώρα δρόμο για τη δουλειά, έτσι κάθε πρωί στις επτά και μισή έσπρωχνα την καγκελόπορτα του γυμνασίου μόνη και αγουροξυπνημένη από τον ύπνο στο αυτοκίνητο.

«Αυτά έχουν τα ιδιωτικά σχολειά», έλεγε η μαμά της γειτόνισσάς μου της Πέπης που είχε πάρει την κόρη της νωρίς νωρίς από ένα -γεμάτο πλουσιόπαιδα- κτήριο του Παλαιού Ψυχικού.

Οι διάδρομοι νωρίς το πρωί ήταν σκοτεινοί και οι τάξεις είχαν μια μυρωδιά υγρασίας και τριμμένης κιμωλίας. Η τάξη μου βρισκόταν στον πρώτο όροφο, στη μέση περίπου ενός τεράστιου διαδρόμου, στο τέλος του οποίου υπήρχε μια μικρή σκάλα που οδηγούσε στην καντίνα. Στις επτά και μισή ο επιστάτης είχε ανάψει μονάχα ένα φως, μακριά, έξω από την τελευταία πόρτα πριν τη σκάλα. Έτσι που, αν κοιτούσες πίσω από την τάξη μου, δεν έβλεπες παρά σκοτάδι, το οποίο που και που έσπαζε μια αχτίδα ήλιου που έμπαινε από κάποιο σπασμένο παραθυρόφυλλο.

Έμπαινα, λοιπόν, στην κρύα και άδεια αίθουσα, άφηνα την τσάντα μου δίπλα στο θρανίο -καθόμουν πάντα στο δεύτερο- , αλλά δεν άνοιγα αμέσως τα παράθυρα. Είχα την ψευδαίσθηση ότι έτσι ξεγελούσα την ώρα και την έκανα να μην περνά. Λες και ήμουν ακόμη στο σπίτι, κάτω από τα σκεπάσματα και το ξυπνητήρι δεν είχε χτυπήσει ακόμη. Φαντταζόμουν ότι ερχόταν κάποιος και μου έλεγε :»‘Ελα να φύγουμε, άσε το σχολείο, πάμε να κρυφτούμε κάπου και να κοιμηθούμε…»

Όμως ήξερα πως δεν επρόκειτο ποτέ να γίνει κάτι παρόμοιο, γι’ αυτό καθόμουν σε μια γωνιά με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν και λαγοκοιμόμουν κι αν είχε πολύ κρύο πήγαινα μπροστά από εκείνα τα κοντά και μακρόστενα καλοριφέρ και ζέσταινα τις γάμπες και τα χέρια μου.

Τα πατζούρια τα άνοιγα όταν έμπαινε στην τάξη η Ελένη, που ερχόταν πάντα δεύτερη, αλλά πολύ αργότερα από εμένα. Ύστερα από κει το σχολείο άρχιζε να ζωντανεύει, ήχοι ακούγονταν από τις  πιο μακρινές αίθουσες, οι φωνές των αγοριών πλημμύριζαν σιγά σιγά την αυλή, ένα υπόκωφο ντούπ ντούπ από πόρτες και μπάλες ποδοσφαίρου και παραθυρόφυλλα αφύπνιζαν το κτήριο σαν παιχνιδιάρικο γαργαλητό. Έτσι το σχολείο έπαυε να είναι κτίσμα, για να μεταμορφωθεί σε ζωντανό οργανισμό, γεμάτο όνειρα, φοβίες, έρωτες, φιλίες και απογοητεύσεις.

RSVP (μέρος β)

Είμαι σχεδόν σίγουρη πια ότι θα χάσουμε το δείπνο στην Καισαριανή. Οι δείκτες του μεγάλου ρολογιού στην τραπεζαρία συνεχίζουν να χτυπούν αμείλικτα τα δευτερόλεπτα κι ο Αντώνης είναι ακόμη άφαντος. Στη δεξιά γάμπα έχω ένα τσίμπημα από κουνούπι, που όσο πάει και φουσκώνει. Δεν θα βρω ποτέ δουλειά, ο κύριος Κ θα με ξεγράψει και κανείς ποτέ δεν θα μου ξαναδώσει ρόλο στο θέατρο. Κι όλα αυτά επειδή ο Αντώνης είναι τόσο άξεστος που ούτε ένα τηλέφωνο δεν ξέρει να πάρει. Πασχίζω να κρατήσω τα μάτια μου στεγνά, τα νιώθω που βουρκώνουν από τον εκνευρισμό. Ο λαιμός μου με καίει και το πρόσωπό μου έχει κοκκινίσει. Ντρέπομαι και στεναχωριέμαι και τώρα το μακιγιάζ μου θα χαλάσει, θα τρέξει στα μάγουλά μου κι όταν θα προσπαθήσω να το σκουπίσω όλα θα γίνουν χειρότερα από ό,τι ήταν πριν.

Χαλαρώνω την πλάτη και τον σβέρκο μου και πέφτω κακήν κακώς στα μαξιλάρια του καναπέ. Ξόφλησα, τίποτα δεν είμαι. Από το πρωί ετοιμαζόμουν μάταια. Τα μαλλιά μου τώρα είναι ανάκατα και τα μάτια μου έχουν πρηστεί από το κλάμα. Μαύρες κηλίδες λερώνουν τον άσπρο καναπέ και η λευκή μπλούζα με το μανίκι των τριών τετάρτων είναι γεμάτη ζάρες.

«Δε βαριέσαι», σκέφτομαι και αλλάζω κανάλι στην τηλεόραση. Ειδήσεις.

Η ξανθιά παρουσιάστρια με το πλούσιο στήθος μιλάει για την άνοδο στην τιμή της βενζίνης. Ξαφνικά νιώθω πως το βλέμμα της καρφώνεται επάνω μου:

«Φήμες αναφέρουν ότι η κάποτε διάσημη ηθοποιός Αλίσια Παύλου βρίσκεται έγκλειστη σε ψυχιατρικό ίδρυμα της Πεντέλης. Ο σύζυγός της, συντετριμμένος, μίλησε για νευρικό κλονισμό και οι γιατροί δεν της δίνουν πλέον καμία ελπίδα. Οι απόψεις συγκλίνουν στο ότι η ψυχική της κατάρρευση οφείλεται στην διάρρηξη των σχέσεών της με τον πασίγνωστο σκηνοθέτη, κύριο Κ, ο οποίος, όπως όλοι θυμόμαστε, την είχε χαρακτηρίσει αχάριστη και αδιάφορη, μια ντίβα που δεν καταδέχεται να περάσει το κατώφλι του ούτε για να δειπνήσουν. Ας δούμε το σχετικό ρεπορτάζ…»

Από το σοκ ένιωσα το σπίτι να σείεται. λες και με έπιανε κάποιος από τους ώμους και με ταρακουνούσε βίαια.

«Αλίκη! Ξύπνα!»

«Ε…»

«Τι έπαθες παιδί μου; Και γιατί φοράς τα καλά σου; Και τα μάτια σου…ο καναπές…τι έγινε;»

«Δεν ήρθες! Χάσαμε το δείπνο, τώρα κανείς ποτέ δεν θα με θέλει…, τελείωσε το θέατρο για μένα…»

«Τι λες; Αλίκη τρελάθηκες τελείως; Το δείπνο είναι αύριο το βράδυ, σήμερα είναι Πέμπτη!»

Θεέ μου, βαδίζω κατευθείαν προς το τρελάδικο. Όπως ακριβώς τα είπε η παρουσιάστρια στις ειδήσεις. Σηκώνομαι με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή και τρέχω στο ημερολόγιο που έχουμε κρεμάσει στην κουζίνα.

Με έκπληξη ανακαλύπτω έναν μεγάλο κόκκινο κύκλο στο κουτάκι της αυριανής μέρας και λιποθυμώ.