Σάλπιγγα για τον Κέντρο

5540339302_3ed398dff5_z

 Όταν, στις αρχές εκείνου του Απρίλη, άκουσα να μιλούν για τον Θανάση Κέντρο, δεν φανταζόμουν ότι, ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, η μορφή του θα με στοίχειωνε. Δεν γνώριζα τίποτα γι’ αυτόν, μέχρι που ο εκδότης της εφημερίδας μου ανέθεσε να τον βρω και να του μιλήσω. Αργότερα κατάλαβα πως επρόκειτο για κάποιου είδους δοκιμασία, την οποία αν κατάφερνα να φέρω σε πέρας, θα εξασφάλιζα το μέλλον μου στη Σάλπιγγα. Δεν ήμουν τόσο αφελής, ώστε να περιμένω παχυλές αμοιβές, αλλά ήλπιζα τουλάχιστον στην ψευδαίσθηση του κύρους ενός έγκριτου δημοσιογράφου, σαν όλους εκείνους που ξημεροβραδιάζονταν στα γραφεία των εκδόσεων. Οι άντρες με την καμπαρντίνα, που κάθε βράδυ στις επτά έβγαιναν από το κτήριο της οδού Ακαδημίας, φάνταζαν στα μάτια μου θεοί. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για αποστεωμένες υπάρξεις, με ωχρά πρόσωπα, καμπουριασμένη πλάτη και μάτια σαν κουμπότρυπες. Ας αφήσω όμως αυτούς κατά μέρος, γιατί εκείνο τον Απρίλη το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να εντοπίσω τα ίχνη εκείνου του άντρα.

Ο Θανάσης Κέντρος –γύρω στα πενήντα πέντε τον υπολόγιζα– ήταν ένας από τους πολλούς εκείνους δικηγόρους που ανακάλυψαν ότι η δουλειά τους ήταν μια απάτη και αφοσιώθηκαν στη λογοτεχνία. Καλά μέχρι εδώ, μόνο που ο εν λόγω λογοτέχνης ήταν –όπως φαινόταν– παντελώς ατάλαντος. Αφού εξέδωσε το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Αυτεπαγγέλτως», το οποίο ήταν μια πλήρης συγγραφική αποτυχία με άρωμα δημοσίου δικαίου, είχε εξαφανιστεί από προσώπου γης και το μόνο που έκανε ήταν να στέλνει κάθε μήνα στην εφημερίδα μακροσκελή υβριστικά γράμματα. Θεωρούσε πως η κριτική της Σάλπιγγας είχε στείλει το πόνημά του στα Τάρταρα και απειλούσε θεούς και δαίμονες κριτικάροντας χωρίς όρια όλους τους αρθρογράφους ανεξαιρέτως. Η αποκήρυξη της δικηγορίας –ευτυχώς– δεν τον άφηνε να πέσει στην παγίδα της αυτο–ειρωνείας και να μας κάνει μήνυση. Ο εκδότης, κλασική περίπτωση υπερφίαλου αρσενικού με πατημένα τα εξήντα, πίστευε ότι ο Κέντρος ήταν απλώς ένας ηλίθιος και είχε σκοπό να τον γελοιοποιήσει, δημοσιεύοντας τη συνέντευξη που θα του έπαιρνα. Ήταν σίγουρος πως ο περίεργος πρώην δικηγόρος θα γινόταν γραφικός και θα ντροπιαζόταν μοναχός του.

Αν και λιγάκι σκεπτικός στην αρχή, συνέχισα με ενθουσιασμό την έρευνά μου. Τα βράδια που ξάπλωνα ονειρευόμουν τίτλους με μαύρα παχιά γράμματα να χορεύουν μπροστά στα μάτια μου. «Ευρέθη και μιλάει για όλα» ή «Βήμα για όλους η Σάλπιγγα». Κι από κάτω το όνομά μου. Και μετά η δόξα και οι συνεντεύξεις. Και μετά να με ζητούν όλα τα έντυπα, αλλά εγώ –βράχος ηθικής– να μένω στη Σάλπιγγα, «…γιατί εγώ την οικογένειά μου δεν την εγκαταλείπω» και τέτοιες μπούρδες. Φαντασιωνόμουν ακόμη και βραδιές οργανωμένες προς τιμήν μου, βραβεία και επαίνους για την ενδελεχή έρευνα και τη συγγραφική μου δεινότητα, τους παλιούς μου καθηγητές να μου σφίγγουν το χέρι και να δακρύζουν αντικρίζοντάς με. «Μπράβο σου, παιδί μου, πάντα το ήξερα ότι θα πας μπροστά», θα μου έλεγε ο πατέρας μου μεταξύ τυρού και αχλαδιού κι εγώ ο μετριόφρων θα προσπαθούσα να κρύψω το πλατύ αυτάρεσκο χαμόγελό μου.

Έτρεξα λοιπόν στο παλαιοβιβλιοπωλείο του φίλου μου του Ανδρέα, σε μια πάροδο της Στουρνάρη, έδωσα πέντε ευρώ και πήρα όλα τα βιβλία –τρία ήταν όλα κι όλα– του Θανάση Κέντρου. Ήθελα να σχηματίσω μια προσωπική άποψη για το θέμα και να ανακαλύψω όσα περισσότερα μπορούσα για την προσωπικότητά του. (Ψέμματα. Ήθελα απλώς να γελάσω κι εγώ και να χλευάσω με τη σειρά μου τον ατάλαντο δικηγοράκο). Η ανάγνωσή τους μου φάνηκε άθλος. Του έδωσα και τίτλο: «Ο δημοσιογραφίσκος και η Λερναία Βαρεμάρα». Πηδούσα γραμμές στην αρχή, παραγράφους στη συνέχεια, μετά σελίδες ολόκληρες. Έφτασα να τον λυπάμαι, σαν εκείνους τους γέρους που δεν ξέρουν τι τους γίνεται και το παίζουν νέοι στις γιορτές και τις οικογενειακές συγκεντρώσεις και πετάνε αμερικάνικες ατάκες από την τηλεόραση και όλοι γύρω τρέχουν να κρυφτούν, ενώ αυτοί πλέουν σε πελάγη ευτυχίας. Ω Θεέ μου, είχαν δίκιο, απόλυτο δίκιο.

Ένα απόγευμα κάθισα και έγραψα μια σειρά από ερωτήσεις για τη συνέντευξη. Τι αναζητάτε στη γραφή; Ποιος συγγραφέας σας εμπνέει; Πότε καταλάβατε ότι δεν σας ταιριάζουν τα νομικά; Γιατί μας πρήζετε κάθε μήνα με τα γράμματά σας, ενώ ξέρετε ότι είστε άχρηστος; Το επόμενο βήμα ήταν να επικοινωνήσω μαζί του. Τηλεφώνησα αρχικά στον πρώτο εκδοτικό οίκο που εξέδωσε βιβλίο του. Δεν ήξεραν τίποτα. Ο δεύτερος μου απάντησε ότι οι σχέσεις τους είχαν διακοπεί δια παντός (τι περίεργο) και ο τρίτος με τα χίλια ζόρια μου άφησε έναν αριθμό, ο οποίος –όπως χαρακτηριστικά μου είπε η γραμματέας μασώντας τσίχλα– «πρέπει να ήταν της πρώην γυναίκας του, αλλά δοκιμάστε». Δοκίμασα.

Ο Κέντρος έσπερνε στο διάβα του μίσος και παρεξηγήσεις. Με την κυρά Ανθή μόνο φίλοι που δεν γίναμε. Στο πρώτο τηλεφώνημα μου είπε όλη την ιστορία της με το «γουρούνι τον Θανάση» που δεν ενδιαφερόταν για κανέναν παρά μόνο για τον ίδιο του τον εαυτό. «Εδώ πήγε κι έβγαλε τα προσωπικά μας στο βιβλίο του, φαντάσου! Στη γειτονιά ακόμα ντρέπομαι να περπατήσω, μένω στο Παγκράτι και για ψώνια πάω στην Καισαριανή!», μου έλεγε την ώρα που εγώ την είχα βάλει σε ανοιχτή ακρόαση και κρατούσα το στόμα και τη μύτη μου για να μη σκάσω στα γέλια. Κράτησα βέβαια και τις απαραίτητες σημειώσεις. «Στο σπίτι στη Σαρωνίδα θα είναι ο άχρηστος», μου είπε τελικά.

Πήρα ένα μικρό σακ βουαγιάζ, πέταξα μέσα δυο–τρεις αλλαξιές και μπήκα στο αμάξι. Στην τσάντα της πλάτης έβαλα φωτογραφική μηχανή με τηλεφακό, κιάλια με νυχτερινή όραση, μαγνητοφωνάκι και σημειωματάριο. Με το που έφτασα, νοίκιασα δωμάτιο στο ξενοδοχείο απέναντι από το σπίτι του. Η τύχη ήταν με το μέρος μου. Το παράθυρό μου έβλεπε ακριβώς το δικό του και τα ανοιχτά παντζούρια μαρτυρούσαν ότι κάποιος ζούσε εκεί μέσα. Δεν είχα παρά να περιμένω. Στο μυαλό μου ήδη είχα κάνει την αρχή του ρεπορτάζ, ήταν αρκούντως υποτιμητικό και ειρωνικό και με γέμιζε υπερηφάνεια. Εγκαταστάθηκα στο μικρό μπαλκονάκι και κάρφωσα το βλέμμα μου απέναντι.

Μια λευκή μακριά κουρτίνα ξεμύτιζε πού και πού από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα του Κέντρου. Γύρω στις οκτώ το βράδυ –είχε ήδη σκοτεινιάσει– διέκρινα μια μορφή. Ένας άντρας καμπουριασμένος, αδύνατος, με μαλλιά μέχρι τον ώμο, ατημέλητα, σαν βρώμικου γατιού. Προχωρούσε αργά, κάτι τον δυσκόλευε στο πόδι. Μα, ήταν δυνατόν να είναι αυτός ο Κέντρος; Τόσο έξω είχα πέσει; Αυτός φαινόταν πάνω από εξήντα πέντε. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα ποτήρι γεμάτο ως επάνω με κάτι που έμοιαζε με ουίσκι. Για λίγο χάθηκε από τα μάτια μου, για να εμφανιστεί και πάλι στο διπλανό παράθυρο. Σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα και –από τη μπλε λάμψη που πλημμύρισε το δωμάτιο– κατάλαβα πως άναψε την τηλεόραση.

«Ας γίνουμε επικίνδυνοι!». Η φράση από το παλιό καρτούν ηχούσε στα αφτιά μου χλευαστικά, την ώρα που κατέβαινα τις σκάλες με σκοπό να κατασκοπεύσω τον Κέντρο από πιο κοντά. Είχα φορέσει και μαύρα ρούχα για να μη φαίνομαι. Χώθηκα στις φυλλωσιές του κήπου του και αργά–αργά περπάτησα περιμετρικά την παλιά μονοκατοικία. Κοιτώντας γύρω, σκαρφάλωσα σ’ ένα μικρό μπαλκονάκι και κάθισα κάτω, με το πρόσωπό μου σχεδόν κολλημένο στο τζάμι της μπαλκονόπορτας.

Παρατήρησα καλύτερα τον καθισμένο άντρα. Φαινόταν ψηλός. Αν και με μικρή καμπούρα, το ύψος του πρέπει να έφτανε τα δύο μέτρα. Παρά την σχετική ζέστη, φορούσε μια βαθυκόκκινη μάλλινη ρόμπα και χνουδωτές παντόφλες. Η οθόνη αντιφέγγιζε στα γαλανά, ξεθωριασμένα μάτια του. Έδειχνε τηλεπωλήσεις. Κοσμήματα σε εξευτελιστικές τιμές, μπλέντερ που κάνουν τη ζωή πιο εύκολη. Όλες οι σκέψεις που έκανα τις προηγούμενες ημέρες έμοιαζαν τώρα να με έχουν εγκαταλείψει. Γνώριζα ξανά –μάλλον γνώριζα για πρώτη φορά– τον Κέντρο. Ένιωθα τώρα ένα ενοχλητικό τσίμπημα στο στομάχι.

Το αίσθημα αυτό άρχισε να γίνεται όλο και πιο έντονο. Τα υγρά μάτια του Θανάση Κέντρου, το τρεμάμενο χέρι του και το έρημο σπίτι εισχωρούσαν στις φλέβες μου σαν χιλιάδες, σαν εκατομμύρια μικρές βελόνες. Ο άντρας γύρισε το κεφάλι, κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα, στο βάθος του σαλονιού του, το σκοτάδι. Τα μέλη του σώματός μου είχαν μυρμηγκιάσει και τα τσιμπήματα τώρα ανέβαιναν από την κοιλιά στο στομάχι μου, μ’ έπιαναν σαν δυο χέρια από τους ώμους και πολιορκούσαν τον λαιμό μου. Ξέχασα τη Σάλπιγγα, ξέχασα τα άτεχνα βιβλία, τη δόξα και τα συχαρίκια από τους καθηγητές μου και κάθισα εκεί, μη μπορώντας να αποστρέψω το βλέμμα από την ανείπωτη μοναξιά του. Ήπιε μια γουλιά ουίσκι και συνέχισε να κοιτάζει το γαλαζωπό και άρρωστο φως της τηλεόρασης.

Οι ανοιξιάτικες βραδιές μου θυμίζουν πάντα εκείνο τον Απρίλη. Η ελαφριά ψύχρα διαχέει αργά στις φλέβες μου το καθηλωτικό μυρμήγκιασμα και το κύμα ντροπής –αυτό που μ’ έπνιξε καθώς ήμουν κρυμμένος στη βεράντα του σπιτιού στη Σαρωνίδα. Δε γνωρίζω τι απέγινε ο μοναχικός άντρας. Εκείνη τη νύχτα πλήρωσα το δωμάτιό μου στο ξενοδοχείο, μπήκα στο αυτοκίνητο και οδήγησα μέχρι το λιμάνι. Πήρα το πρώτο πλοίο και βγήκα τυχαία εδώ, σ’ ένα νησί απ’ τα επτά. Είναι τα γενέθλιά μου σήμερα. Στα εξήντα μου είμαι κι εγώ ένας πρώην σοβαρός επιστήμονας και νυν ονειροπόλος –θέλω να πω άτεχνος– λογοτέχνης. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα τον σκέφτομαι. Δεν τον ονοματίζω πια, γιατί έγινε στην ψυχή μου ιδέα. Μάθημα έγινε: Μην κρίνεις για να μην κριθείς.