Ντεπόν

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Η Σούλα και η Αγαθή, με διαφορά μισής ώρας, έκλεισαν το τηλέφωνο και σωριάστηκαν σε μια καρέκλα, σχεδόν λιπόθυμες. Νωρίτερα την ίδια μέρα η φίλη τους η Μερόπη τους τηλεφώνησε ανάστατη, λέγοντας κάτι ασυναρτησίες, ότι την είχαν ματιάσει, ότι είχε ένα τρομερό πονοκέφαλο και δεν ήξερε τι να κάνει. Οι δύο ηλικιωμένες, παλιές φιλενάδες από το δημοτικό, ήταν ειδικές στο ξεμάτιασμα. Σ’ όλη την Καλλιθέα είχαν τη φήμη ότι τα ξόρκια τους έπιαναν. Εδώ που τα λέμε, τις περισσότερες φορές επενέβαιναν τη στιγμή ακριβώς που ξεκινούσε η δράση του Ντεπόν. Όπως και να ‘χει, η Μερόπη τις εμπιστευόταν απόλυτα, γι’ αυτό και τις σκέφτηκε αυτή τη δύσκολη ώρα. Για πρώτη φορά στη ζωή τους όμως, η Σούλα και η Αγαθή απέτυχαν στην προσπάθειά τους. Μάλιστα, το εν λόγω εγχείρημα, τις εξάντλησε τόσο πολύ που αδυνατούσαν να κουνηθούν ή να αρθρώσουν λέξη.

Η Μερόπη ήταν μια παραδοσιακή γιαγιά. Από τότε που πέθανε ο άντρας της, ο Υάκινθος, ζούσε μόνη της σ’ ένα διαμέρισμα, πολύ κοντά στο σπίτι της κόρης της. Μαγείρευε τα γεμιστά της, έφτιαχνε τις πίτες της, κακομάθαινε τον εγγονό της και τουλάχιστον μια φορά το μήνα κανόνιζε με τις φιλενάδες της βραδιές μπιρίμπας. Ήταν όμως και προοδευτική γιαγιά. Εδώ και λίγα χρόνια είχε εξοικειωθεί κάπως με τον παλιό ηλεκτρονικό υπολογιστή που της είχε δώσει ο εγγονός της, ήξερε να βρίσκει συνταγές στο Ίντερνετ και να μιλάει στο Σκάιπ με την ξαδέρφη της τη Βούλα από το Ιλλινόι. Τα μοναχικά βράδια στο σπίτι, όταν την έπιανε η νοσταλγία, άκουγε τραγούδια των Πλάτερς, που της θύμιζαν πάρτι στα μέσα της δεκαετίας του πενήντα. Ήταν η μόνη από τις φίλες της που ήταν τόσο «μοντέρνα», αλλά δεν έκανε κουβέντα μπροστά τους γι’ αυτές τις απολαύσεις στις οποίες υπέκυπτε συχνά πυκνά. Δεν ήταν πρέπον για μια θεοσεβούμενη χήρα.

Η ζωή κυλούσε ήρεμα στη γειτονιά μέχρι τη μέρα που η Μερόπη βρήκε τρίχες και νύχια έξω από την πόρτα της. Μια μικρή μπάλα από πλεγμένες μαύρες τρίχες, ανάμεσα στις οποίες ήταν χωμένα κομματάκια νυχιών. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, πήρε σκούπα και φαράσι και πέταξε το αηδιαστικό πράγμα στα σκουπίδια. Σκόπευε να μιλήσει στην από πάνω που είχε το σκύλο. Αυτό το ζωντανό έφερνε συχνά στο σπίτι τέτοια περίεργα πράγματα. Δυο λεπτά αργότερα, όμως, την έπιασε ένας τρομερός πονοκέφαλος. Ξάπλωσε λιγάκι, έβαλε μια κρύα κομπρέσα στο μέτωπο, πήρε παυσίπονο, αλλά μια μέγκενη συνέχιζε να την πιέζει στους κροτάφους μέχρι το βράδυ.

Το επόμενο πρωί δεν είχε αλλάξει τίποτα, ούτε το μεθεπόμενο κι έτσι –αφού μεσολάβησε και το αποτυχημένο ξεμάτιασμα– πέρασαν τρεις ημέρες κατά τις οποίες η Μερόπη κυκλοφορούσε με μαύρα γυαλιά και καθόταν σπίτι με κατεβασμένα τα στόρια σε κατάσταση ημιθανή. Παρ’ όλη την αδιαθεσία της όμως, την Κυριακή πήγε στην εκκλησία. Καθώς κατέβαινε τις σκάλες για να γυρίσει σπίτι της, ένα χέρι την έπιασε από τον ώμο και της έτεινε ένα μικρό τετράγωνο χαρτάκι. Δεν είχε κουράγιο ούτε να αρνηθεί κι έτσι το πήρε δίχως κουβέντα από τα χέρια του Αφρικανού νεαρού, ο οποίος της χάρισε ένα πλατύ χαμόγελο κι εξαφανίστηκε στην επόμενη γωνία. Πριν το βάλει στην τσέπη, διάβασε κάτι που την τάραξε. Δύο λέξεις ήρθαν και καρφώθηκαν στο μυαλό της και την έκαναν να ταχύνει το βήμα προς το σπίτι: όκουλους μάλους.

Το μεσημέρι, αφού τσίμπησε κάτι ελαφρύ, ξάπλωσε στον καναπέ, έβγαλε το χαρτάκι από την τσέπη και διάβασε: πνευματιστής, μέντιουμ, σύμβουλος. Κάπου, σε μια άκρη του μυαλού της, αναρωτήθηκε τι κάνει, αλλά συνέχισε. Ο πνευματιστής Ζομόι υποσχόταν προστασία από εχθρούς, διαμόρφωση του μέλλοντος, κατασκευή φυλαχτών, μαγνητισμό προσωπικότητας και όλα αυτά με μία μόνο επίσκεψη. Στην πίσω μεριά υπήρχε ένα περίτεχνο σχέδιο που παρίστανε κάτι σαν πετράδι περιτριγυρισμένο από μικρά ιερογλυφικά. Αν το κοίταζες από μακριά, σχημάτιζε ένα πρόσωπο. Είχε δύο κανονικά μάτια κι ένα τρίτο, στο μέτωπο. Σε μια γωνιά βρήκε αυτό που την ενδιέφερε: Σας έχουν κάνει μάγια; Έχω τη λύση.

Ο πνευματιστής είχε τηλέφωνο και ηλεκτρονική διεύθυνση. Αποφάσισε να ερευνήσει λιγάκι το θέμα και πήγε στον υπολογιστή. Πληκτρολόγησε αργά το όνομα του μάγου. Δεδομένης της απειρίας της, μπέρδευε πολύ συχνά τα γράμματα στο πληκτρολόγιο, οπότε –αν συνυπολογίσουμε και την ταραχή της– χρειάστηκαν δύο με τρεις προσπάθειες μέχρι να εμφανίσει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στην αρχή ένα λάθος γράμμα την οδήγησε σε σελίδες που προετοίμαζαν για την αποκάλυψη των ζόμπι. Παρείχαν συμβουλές για την αντιμετώπιση των –αιμοδιψών– ζωντανών νεκρών και παρουσίαζαν σε εικόνες την μετατροπή απλών οικιακών συσκευών σε όπλα εναντίον τους. Τις έκλεισε γρήγορα και αυτή τη φορά έγραψε σωστά το όνομα: Ζομ–ό–ι.

Ένα και μοναδικό ήταν το αποτέλεσμα. Σε μαύρο φόντο δέσποζε με κόκκινα γράμματα μία φράση: Αν είσαι σίγουρος, τηλεφώνησε. Κι από κάτω ο αριθμός τηλεφώνου που υπήρχε και στο χαρτάκι. Της Μερόπης δεν της γέμισε το μάτι η σελίδα, ένα σφίξιμο όμως στους κροτάφους την έκανε να αλλάξει γρήγορα γνώμη. Σήκωσε το ακουστικό και πήρε τον αριθμό. Δεν είχε προλάβει να χτυπήσει, όταν μια φωνή με βαριά ξενική προφορά απάντησε.

«… 270, τρίτος όροφος. Το σύνθημα είναι Σελίμ»

Η ώρα ήταν τέσσερις το απόγευμα. Ντύθηκε βιαστικά, έβαλε την καμπαρντίνα και τα μαύρα γυαλιά της σε μια πλαστική σακούλα και μόλις έστριψε τη γωνία τα φόρεσε, για να μην κινήσει υποψίες. Το λεωφορείο δεν άργησε να περάσει. Το κέντρο εκείνη την ώρα δεν είχε πολλή κίνηση.

Δυσκολεύτηκε λιγάκι να εντοπίσει το μέρος. Την είσοδο του 270 έκρυβαν δύο πλανόδιοι πωλητές μπαχαρικών. Χώθηκε αδέξια ανάμεσα στους πάγκους, παραμέρισε τις κρεμασμένες κόκκινες πιπεριές και τα αποξηραμένα κολοκυθάκια, βούτηξε κατά λάθος το χέρι της στο τσουβάλι με το κόκκινο πιπέρι, συνάντησε το άγριο βλέμμα του πωλητή, φταρνίστηκε από την έντονη μυρωδιά του κάρυ, αλλά τελικά κατάφερε να τρυπώσει. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Πήρε το ασανσέρ μέχρι τον τρίτο και χτύπησε το κουδούνι της μοναδικής πόρτας. Δεν απάντησε κανείς. Ξαναχτύπησε λέγοντας παράλληλα: Σελίμ. Ένα χέρι την τράβηξε μέσα.

Όταν βγήκε από το κτήριο είχε ήδη σκοτεινιάσει. Σκυθρωπή, μαζεμένη και λιγάκι μουδιασμένη, προχωρούσε τοίχο τοίχο σφίγγοντας την τσάντα της. Οι πλανόδιοι είχαν εξαφανιστεί, στη γωνία του δρόμου νεαρές κοπέλες με ανύπαρκτα φορέματα και βαριά φωνή ανταποκρίνονταν στα σφυρίγματα διερχόμενων αυτοκινήτων και σκοτεινά βλέμματα την παρατηρούσαν μέσα από μισάνοιχτα παράθυρα. Η Μερόπη ίδρωσε. Σταμάτησε ένα ταξί.

«…Καλλιθέα», ψέλλισε και κάθισε στο πίσω κάθισμα. «…Αλλά θα περιμένετε λιγάκι κάτω από το σπίτι, γιατί δεν έχω λεφτά, εντάξει;»

Ο ταξιτζής τη λυπήθηκε και συγκατένευσε.

Είκοσι λεπτά αργότερα, η Μερόπη βρισκόταν στον καναπέ της. Κοιτούσε το κενό. Σκεφτόταν τα τριακόσια ευρώ που της είχε βουτήξει ο Ζομόι, που τον έλεγαν τελικά Βάτελ ή Πάτελ ή Θανάση και βρωμούσε ιδρώτα και τηγανιτές πατάτες. Της είπε ένα σωρό πράγματα –δεν θυμόταν τίποτα– πέρασε τα χέρια του πάνω από το κεφάλι της μουρμουρίζοντας μαααμ ρα, μααααμ ρα και της έδωσε ένα φυλαχτό, το οποίο ήταν, λέει, φορτισμένο μέχρι τις 6 του επόμενου μήνα. Φυλαχτό με ημερομηνία λήξης. Ο πονοκέφαλος ήταν ακόμη εκεί.

Σηκώθηκε –τα πόδια της βαριά– και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Καθώς έβαζε ένα ποτήρι νερό, το μάτι της πήρε ένα πακετάκι στον πάγκο κι ένα σημείωμα. Ήταν από την Ελένη, την κόρη της.

«Μαμά, δεν σου είπα να ελέγχεις τα φάρμακά σου; Το Ντεπόν είχε λήξει εδώ και ένα χρόνο. Σου πήρα καινούργιο».

Advertisements