Μια πάνινη τσάντα στο μετρό

Επιβιβάστηκα στον Ευαγγελισμό χθες αργά το βράδυ, με κατεύθυνση Αεροδρόμιο. Επέλεξα ένα βαγόνι του μετρό σχετικά άδειο και κάθισα στο πίσω μέρος, εκεί που στις ταινίες ανοίγει μια πόρτα και πετάγεσαι στο κενό για να ξεφύγεις από τον κακό. Μέχρι να φτάσουμε στον σταθμό «Αμπελόκηποι», όλες οι θέσεις γύρω μου είχαν πιαστεί. Δίπλα μου ακριβώς ήρθε και κάθισε μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, ξανθιά, με μακριά νύχια κι ένα άρωμα που μου έφερνε ζαλάδα. Απέναντί μου, ένας μεσήλικας, αδύνατος και φαλακρός με μικροσκοπικά γυαλιά οράσεως κι ένα πουκάμισο με πολύχρωμες ρίγες. Κρατούσε στο δεξί χέρι ένα πρόγραμμα του Μεγάρου και κάθε τόσο έκανε αέρα. Δίπλα του άκουγε μουσική ένας νεαρός με σχολική τσάντα, σκουλαρίκι στο φρύδι και παπούτσια σκισμένα. Στο αριστερό, δίπλα στη φτέρνα, είχε ζωγραφισμένο το τριφύλλι του Παναθηναϊκού. Όταν τα μεγάφωνα σήμαναν την άφιξη στον σταθμό «Πανόρμου», ο μικρός πετάχτηκε σαν ελατήριο και στη θέση του κάθισε βαριά ένας γέρος μοναχός που μόλις είχε επιβιβαστεί.

Τα πόδια του σχεδόν άγγιζαν τα δικά μου, γι’ αυτό και μαζεύτηκα όσο πιο πολύ μπορούσα. Ντρεπόμουν να τον παρατηρήσω, γιατί τα μάτια μας βρίσκονταν ακριβώς στο ίδιο ύψος, έτσι που αν έκανα να κοιτάξω μπροστά, αισθανόμουν πως θα τον έφερνα σε δύσκολη θέση. Έτσι αρκέστηκα να τον παρατηρώ στα κλεφτά κοιτώντας την αντανάκλασή του στο τζάμι δεξιά. Κουβαλούσε δύο μεγάλες τσάντες στα χέρια κι ένα σακίδιο με λουλούδια, το οποίο είχε ακουμπήσει επάνω στα πόδια του. Φορούσε πάνω από τα ρούχα του ένα μακρύ μπλε ράσο, βρώμικο ίσως κι ελαφρά ξεβαμμένο. Άσπρα γένια γέμιζαν το πρόσωπό του, πετούσαν άστατα εδώ κι εκεί κι ενώνονταν με τα λευκά μαλλιά που έβγαιναν από το καπέλο του. Η μύτη του, μεγάλη και κόκκινη, του χάριζε μια όψη λίγο κωμική και τα μάτια του, γεμάτα κόκκινα αγγεία, δεν σταματούσαν να κοιτούν δεξιά κι αριστερά. Μαζί με τις σακούλες βαστούσε κι ένα μακρύ μαύρο κομποσχοίνι. Τα χείλη του κουνιούνταν ασταμάτητα κι οι παύσεις συνοδεύονταν από μια ελαφριά κίνηση των δαχτύλων, που καρτερικά προχωρούσαν στον επόμενο κόμπο.

Από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο βαγόνι μου, η μυρωδιά του χώρου άλλαξε. Τώρα αντί για το βαρύ ακριβό άρωμα της διπλανής μου, πλανιόταν στην ατμόσφαιρα μια μυρωδιά «χωριού», από αυτές που σε κάνουν να νοσταλγείς την ύπαιθρο, ακόμα κι αν ποτέ δεν έχεις ζήσει σ’αυτήν. Έστρεψα το βλέμμα κάτω, ανάμεσα στα πόδια. Με την άκρη του ματιού έβλεπα τη μεγάλη πάνινη τσάντα, που ο γεράκος κρατούσε κάτω από το κάθισμά του: μέσα της διέκρινα μια πλαστική σακούλα με παξιμάδια, ένα μπουκάλι λάδι, ίσως να ήταν και ρακή ή κάποιο κρασί, μερικά κλαδιά μυρωδικών, ένα πακετάκι τυλιγμένο με καρό πετσέτα και άλλη μια πλαστική σακούλα, μάλλον άδεια. Έκλεισα στιγμαιαία τα μάτια και βυθίστηκα μέσα σ’ εκείνο τον «χωριάτικο» παράδεισο. Ήμουν σίγουρη πως, αν έψαχνα καλύτερα, θα έβρισκα στον πάτο κι ένα κομμάτι τυρί, δύο ντομάτες, λεμόνια, μια πιπεριά, ρίγανη, θυμάρι και βασιλικό και κάπου εκεί πιο πέρα μια ζωντανή κότα, με τα πούπουλά της να πετάγονται παντού.

«Επόμενος σταθμός: Χαλάνδρι»

Έπρεπε να κατέβω, αλλά έμεινα εκεί.

«Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.»