Τo φτερό

Ο Δημήτρης Νικολάου, με βαριά καρδιά, γύρισε το χερούλι της γυάλινης εξώπορτας και βγήκε στο δρόμο. Το χιόνι είχε καλύψει τις κορυφές των δέντρων μπροστά από το σπίτι του και στην άσφαλτο υπήρχε εδώ κι εκεί ένα λεπτό στρώμα πάγου, που καθιστούσε το περπάτημα ιδιαίτερα δύσκολο. Η θερμοκρασία έπεφτε ακόμη περισσότερο τις μεταμεσονύχτιες ώρες και ο καθένας θα προτιμούσε τη ζεστασιά του κρεβατιού του, παρά να τρέχει στο κέντρο της πόλης και μάλιστα τόσο εσπευσμένα. Ήταν η δεύτερη φορά που κάτι παρόμοιο του συνέβαινε αυτό το χρόνο κι ένας αδιόρατος φόβος άρχιζε να τον κατακλύζει τώρα που, με βήμα προσεκτικό, ανέβαινε τις σκάλες για να φτάσει στον από πάνω, παράλληλο δρόμο.

Το τηλεφώνημα τον είχε βρει στο γραφείο, διόρθωνε το ποίημα που είχε αρχίσει να γράφει για τον άλλο, τον Κώστα. Οι είκοσι στίχοι που είχε γράψει μεθυσμένος, μετά την αναγνώριση, τώρα του φαίνονταν πολύ συναισθηματικοί και ήθελε να τους αλλάξει. Το χέρι του έτρεμε κρατώντας το μολύβι, περισσότερο από το κρύο παρά από συγκίνηση. Είχε ξεμείνει πια από δαύτη. Μόλις είχε βάλει δύο δάχτυλα ουίσκι στο ποτήρι του, όταν ένιωσε το σπίτι να σείεται ελαφρά κάτω από τα πόδια του. Όπως όταν ήταν μικρός, κοίταξε το φως ψηλά· δεν κουνιόταν. Το ξανακοίταξε για να σιγουρευτεί. Αμέσως χτύπησε το τηλέφωνο.

«Εμπρός;»

«Ο κύριος Νικολάου; Λεονάρδου, από την ασφάλεια» είπε με επίσημο τόνο η βαριά γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής.

«Ο ίδιος… Συμβαίνει κάτι;»

«Γνωρίζετε τον Μίλτο Σέκερη;»

«Τον Μίλτο, φυσικά. Είναι φίλος μου» ψέλλισε ο Δημήτρης.

«Γνωρίζετε υποθέτω και την κατοικία του»

«Ναι, μένουμε αρκετά κοντά. Τι συμβαίνει;»

«Θα σας ήμουν ευγνώμων αν ερχόσασταν το συντομότερο δυνατό»

Ντύθηκε στα γρήγορα, πήρε το παλτό του από την κρεμάστρα κι έτρεξε έξω χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Ο Μίλτος θα είχε μπλέξει πάλι με ναρκωτικά. Μόλις τον προηγούμενο μήνα τον είχαν πιάσει με τρία γραμμάρια στην τσέπη κι ο Δημήτρης είχε αναγκαστεί να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Να πληρώσει, με άλλα λόγια, την εγγύηση.

«Φίλε μου, τι θα έκανα χωρίς εσένα;» του είχε πει τότε εκείνος, μαστουρωμένος μέχρι αηδίας.

«Έχε χάρη που έχεις τόσο ταλέντο, αλλιώς θα σε άφηνα να σαπίσεις στη φυλακή» του είχε απαντήσει και έλεγε την αλήθεια.

Τέτοιο ταλέντο στο γράψιμο δεν το ‘χε κανένας από όσους ήξερε ο Δημήτρης. Τι να το κάνεις όμως; Ο τύπος έχει πολλά προβλήματα και δεν παύει να σκορπίζει κι άλλα στο διάβα του, σκεφτόταν τώρα καθώς έβαζε την κουκούλα του παλτού του. Βουτηγμένος στην κατάθλιψη ήταν μια ζωή ο Μίλτος κι όχι άδικα. Τέτοια κακοποίηση θα διέλυε οποιονδήποτε, πόσο μάλλον εκείνον, που είχε τις αντοχές φτερού.

«Το φτερό όμως, φίλε μου, τρυπώνει παντού, αυτό μην το ξεχνάς» του απαντούσε ο Δημήτρης κάθε φορά που ο άλλος το χρησιμοποιούσε ως δικαιολογία για την κατάντια του. «Κι όχι μόνο τρυπώνει, αλλά μπορεί να μένει απαρατήρητο για όσο το επιθυμεί. Και την κατάλληλη στιγμή μπορεί να σηκωθεί και να προκαλέσει φαγούρα ακόμα και στον πιο δυνατό, Μιλτάκο…»

Τον έβλεπες τότε να γελάει και να παίρνει αποφάσεις ζωής, τις οποίες αναιρούσε την επόμενη μέρα, αν όχι και την επόμενη ώρα.

Ο Δημήτρης είχε αρχίσει να ανησυχεί σοβαρά τώρα. Για να μπλέχτηκε η αστυνομία και μάλιστα στο σπίτι του κάτι χοντρό θα έχει γίνει, σκεφτόταν. Είχε να μιλήσει από την προηγούμενη με τον Μίλτο. Του είχε υποσχεθεί πως θα ερχόταν στο δείπνο της κυρίας Σαραντάκου, νωρίτερα την ίδια μέρα, όμως η θέση του είχε μείνει για μία ακόμα φορά κενή. Κρίμα, θα ήταν μεγάλη ευκαιρία να εκδώσει το τελευταίο του μυθιστόρημα. Το ποσό που προσφέρθηκε να διαθέσει η Σαραντάκου δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητο.

«Ηλίθιε, την έχασες την ευκαιρία σου» μονολόγησε καθώς έφτανε στο σπίτι του Μίλτου, κάτω από το οποίο ήταν σταθμευμένο ένα περιπολικό. Χτύπησε το κουδούνι και αμέσως του άνοιξαν.

«Καλησπέρα Μ… »

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του και τον είδε απέναντί του. Το άψυχο σώμα του φίλου του κρεμόταν γυμνό από τον πολυέλαιο του σαλονιού. Η αστυνομικός τον τράβηξε γρήγορα αριστερά, βρίζοντας τους συναδέλφους της που δεν είχαν πάρει τα κατάλληλα μέτρα.

«Τον αναγνωρίζετε;»

«Αν τον αναγνωρίζω;» έκανε με έκπληξη. «Θαρρείτε πως όχι;» πρόσθεσε ειρωνικά.

«Δεν υπάρχει λόγος να γίνεστε κυνικός, κύριε…»

«Γνωρίζετε κάτι για το συμβάν;»

«Όχι. Ή μάλλον… δεν ξέρω. Ίσως να το περίμενα κατά κάποιο τρόπο» είπε χαμηλόφωνα.

«Πιστεύετε πως έχει σχέση με την αυτοκτονία του Κώστα Τέλογλου;»

«Του Κώστα; Αφού… αφού δεν είχαν καμία σχέση αυτοί οι δύο! Μισιούνταν θα έλεγα…» είπε σαστισμένος.

«Ο Μίλτος Σέκερης άφησε ένα γράμμα, κύριε Νικολάου. Όταν τελειώσει η έρευνα θα μπορέσετε να το κρατήσετε, είναι δικό σας. Ο αποθανών το δηλώνει ρητά»

Ο Μίλτος είχε αφήσει γράμμα. Ο Δημήτρης δεν μπορούσε να το πιστέψει. Λίγες ημέρες μετά το συμβάν η Λεονάρδου τον πήρε και πάλι τηλέφωνο, για να του πει να περάσει όποτε το επιθυμεί από το τμήμα, να το παραλάβει. Η σήμανση το είχε ελέγξει, λέει.

«Τι θα καταλάβουν αυτοί από τον Μίλτο;» σκεφτόταν με απαξία την ώρα που το έπαιρνε στα χέρια του.

Το διάβασε απνευστί. Αποδείχτηκε ότι ο φίλος του όλα αυτά τα χρόνια είχε στο μυαλό του την έξοδο. Ναρκωτικά, καταχρήσεις ήταν ο αργός τρόπος, όπως έγραφε.

«Όμως πάντοτε με έσωζες και δεν σ’ αδικώ γι’ αυτό» του έλεγε σε κάποιο σημείο. «Εγώ φταίω που δεν είχα υπάρξει ξεκάθαρος, ούτε με σένα ούτε με κανέναν. Ο Κώστας μου έδειξε το δρόμο».

Ο Κώστας τον είχε επισκεφτεί, λέει, πολλές φορές μετά το θάνατό του.

«Ερχόταν Δημήτρη, ερχόταν. Μη γελάσεις με αυτό, δεν τρελάθηκα. Είμαι πιο λογικός από ποτέ» ομολογούσε.

Σ’ ένα όνειρο τον πήρε από το χέρι και περπάτησαν μαζί στην παραλία. Εκείνος του μιλούσε με ποιήματα, τα ποιήματά του, όμως ο Μίλτος μπορούσε, λέει, για πρώτη φορά να διαβάσει πίσω από τις λέξεις του.

«Όλοι νόμιζαν πως τον μισούσα, είμαι σίγουρος πως κι εσύ αυτό πιστεύεις».

Ο Δημήτρης τον είχε ακούσει πολλές φορές να μιλά με τα χειρότερα λόγια για τον Τέλογλου, τον «ατάλαντο λεξιθήρα», όπως τον αποκαλούσε.

«Τον μισούσα γιατί δεν τον καταλάβαινα. Όμως ήρθε και μου τα εξήγησε όλα. Μου μιλούσε τόσο ξεκάθαρα, φίλε μου. Καθίσαμε στα βράχια και του είπα όσα δεν έχω πει σε κανέναν. Ύστερα, από το πουθενά, εμφανίστηκε ένα άσπρο άλογο. Με βοήθησε να ανέβω και μου είπε να τρέξω όσο πιο γρήγορα μπορώ».

Του είπε να τρέξει στην αρχή κατά μήκος της ακτής. Μετά να σταματήσει κι ύστερα να ορμήσει στη θάλασσα.

«Και τότε το κατάλαβα. Έπρεπε να ξαναγεννηθώ. Είχε φτάσει η ώρα».

Το φτερό είχε φύγει, λοιπόν. Ήταν ο δεύτερος αυτή τη χρονιά. Ο Δημήτρης χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι τόσο δυνατά που αμέσως βλαστήμησε. Τότε το θυμήθηκε. Σηκώθηκε απότομα και πήγε στη μικρή βιβλιοθήκη της κρεβατοκάμαρας. Στο πρώτο ράφι, δίπλα από τις δικές του ποιητικές συλλογές, βρήκε ένα μικρό γαλάζιο τετράδιο. Έφτασε η ώρα, σκέφτηκε τη στιγμή που με τρεμάμενα χέρια έλυνε την κορδέλα με την οποία ήταν τυλιγμένο. Σχεδόν πέντε χρόνια πριν ο Μίλτος του το είχε δώσει με τον όρο να το κρύψει κάπου και να μην το ανοίξει ποτέ. Ο Δημήτρης θυμήθηκε την υπόσχεση και κοντοστάθηκε.

Ξανατύλιξε το τετράδιο με τη μεταξωτή κορδέλα και άνοιξε διάπλατα το παράθυρο που έβλεπε στον έρημο δρόμο. Τοποθέτησε το σημειωματάριο σ’ ένα μικρό μεταλλικό δίσκο, έβγαλε τον αναπτήρα από την τσέπη του πουκαμίσου του και τον άναψε. Οι φλόγες τύλιξαν αμέσως το λεπτό τετράδιο. Σε ένα λεπτό το χαρτί είχε μετουσιωθεί σε ένα ωοειδές μαύρο και ελαφρύ αντικείμενο. Καθώς αναποδογύριζε τον δίσκο έξω από το παράθυρο, το καμένο αντικείμενο λικνιζόταν στον αέρα δεξιά, αριστεράσαν φτερό.

Ο Δημήτρης πήρε μια βαθιά ανάσα και το φύσηξε με δύναμη. Ύστερα χαμογέλασε και έκλεισε το παράθυρο.